Sparmatseto
Projects

Η επίδραση του μοναχισμού στο Βυζαντινό πολιτισμό

Ορισμός και η ανάπτυξη των διαφόρων μορφών του μοναχισμού

Ο ορισμός του φαινομένου του μοναχισμού δεν είναι εύκολος. Παλαιοί και νέοι ερευνητές προσπάθησαν να δώσουν έναν ορισμό και διατύπωσαν προτάσεις λιγότερο ή περισσότερο κοντά στο φαινόμενο. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο μοναχισμός υπήρξε ένα κίνημα κατά της εκκοσμίκευσης της εκκλησίας, μια έκφραση αποδοκιμασίας ενός χριστιανισμού που σιγά σιγά εδραιώνεται με την υποστήριξη του κράτους, ένα κίνημα, τέλος, που πρέσβευε μια τάση επιστροφής στον τρόπο ζωής των πρώτων χριστιανών και στην διδασκαλία του Χριστού για την φτώχεια και την αποταγή του κόσμου. Υπήρξε κίνημα λαϊκών και όχι κληρικών. Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα άφηναν την ζωή που έκαναν έως τότε και αποσυρόταν στην έρημο. Μοναχοί υπήρξαν από αυτοκράτορες, όπως ο Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές και ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζινός που τερμάτισαν την ζωής τους ως μοναχοί, έως ληστές και πόρνες που ασπαζόμενοι τον μοναχικό βίο περνούσαν από τον δρόμο της αμαρτίας στον δρόμο της αρετής. Γενικότερα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, πως ο μοναχισμός αποτέλεσε ένα κίνημα που έμελλε όχι μόνο να επηρεάσει σημαντικά την ζωή, τις αντιλήψεις και τον πολιτισμό των Βυζαντινών, αλλά και να επιζήσει μέχρι τις ημέρες μας .

Είναι γεγονός πως ο μοναχισμός γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στο Βυζάντιο, ποιες όμως ήταν οι διάφορες μορφές του πώς και πού αυτές αναπτύχθηκαν;

monahismos2-sparmatsetoΟι δύο βασικές μορφές μοναχισμού υπήρξαν οι ασκητές και τα κοινόβια. Το ασκητικό φαινόμενο ξεκίνησε από την Αίγυπτο και πατέρας του θεωρείται ο Αιγύπτιος Αντώνιος. Είναι γνωστό πως ήδη από τις αρχές του 4ου  αιώνα ο μοναχός αποτελεί αναγνωρίσιμη μορφή. Πράγματι, άνθρωποι εγκατέλειπαν τις εύφορες περιοχές του δέλτα του Νείλου για να κατοικίσουν στην έρημο. Τα κίνητρα τους πολλές φορές δεν ήταν άλλα από την απαλλαγή από την φορολογία και τις άλλες υποχρεώσεις του δημόσιου βίου, άλλες φορές όμως ήταν μια βαθιά μεταφυσική αγωνία σε μια εποχή ευρύτερης κρίσης. Όποιοι και να ήταν οι λόγοι του αναχωρητισμού, η έξοδος από τον κόσμο διαμόρφωσε έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής. Έναν τρόπο ζωής σκληρό, με ιδιομορφίες και πολλές φορές με ακρότητες. Με μικρές παραλλαγές το ίδιο ασκητικό ιδεώδες ακολουθούν ήδη κατά τον 4ο αιώνα άνθρωποι στην Παλαιστίνη, την Συρία, την  Μικρά  Ασία  και  λίγο αργότερα  στην  Ελλάδα  και  την  Δυτική  Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες μορφές αναχωρητισμού που αναπτύχθηκαν σε άλλες περιοχές και εποχές της ανθρώπινης ιστορίας και η αληθινή τους φυσιογνωμία έμεινε στο σκοτάδι, ο τρόπος ζωής των χριστιανών ασκητών έγινε γνωστός από επισκέπτες, προσκυνητές και ταξιδιώτες που φρόντισαν να διαδώσουν τις εμπειρίες που αποκόμισαν από την επαφή τους με τους ασκητές .

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, την δεύτερη βασική μορφή μοναχισμού αποτελούν τα κοινόβια. Όπως και για τον ασκητισμό έτσι και για τα κοινόβια η Αίγυπτος αποτελεί την γενέθλια γη. Ομοίως, άλλος ένας Αιγύπτιος, ο Παχώμιος, θεωρείται ο ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού. Ο Παχώμιος είχε διατελέσει κατώτερος αξιωματικός  και αφού μαθήτευσε κοντά σε κάποιον ασκητή οργάνωσε, με στρατιωτικό, θα μπορούσε να πει κανείς, τρόπο το πρώτο μοναστικό κοινόβιο στην Ταβέννησο, στην δεξιά όχθη του Νείλου, στην περιοχή της Θηβαΐδας. Πριν την ίδρυση του κοινοβίου του Παχώμιου υπήρξαν και αλλού κοινότητες μοναχών, ωστόσο αυτές δεν απέβλεπαν στο να συνυπάρξουν οι μοναχοί σε ένα οργανωμένο κοινόβιο. Πέρα από αυτό, το μοναστήρι στήθηκε σε καλλιεργήσιμη γη κοντά στον Νείλο, είχε μορφή και οργάνωση στρατοπέδου και εξωτερικό τοίχος να το προστατεύει. Ήταν κατανεμημένο σε οίκους που οι μοναχοί εργαζόταν, προσευχόταν και έτρωγαν μαζί. Υπήρχαν εργασίες που μοιράζονταν στους μοναχούς από τον ηγούμενο που αποτελούσε την κορυφή της ιεραρχίας της μονής και απαιτούσε υπακοή από όλους. Το μοναστήρι του Παχώμιου αποτέλεσε το πρότυπο για τα κοινοβιακά μοναστήρια τα οποία μιμήθηκαν, με μικρές παραλλαγές σε κάποιες περιπτώσεις, την οργάνωση του.  Θα πρέπει να τονισθεί πως για μια μερίδα ανθρώπων, αυτού του είδους η μοναχική ζωή δεν ήταν παρά μόνο μία προετοιμασία για τον αναχωριτικό βίο, ο οποίος πάντοτε θεωρούνταν το αποκορύφωμα της πνευματικής πορείας. Το γεγονός αυτό όμως δεν εμπόδισε την μεγάλη εξάπλωση των κοινοβιακών μονών σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας .

Η κοινοβιακή ζωή στο Βυζάντιο, εκτός από τον τύπο κοινοβίου που μόλις αναλύθηκε, γνώρισε και ένα διαφορετικό τύπο τις Λαύρες. Οι Λαύρες αποτελούσαν κοινοβιακές μονές με διαφορετική όμως οργάνωση.  Σε αυτές η κοινοβιακή ζωή ήταν χαλαρή. Οι μοναχοί ζούσαν μόνοι τους, ή με έναν ή δύο μαθητές τους σε ξεχωριστά κελιά ή σπηλιές. Μόνο το Σάββατο ή την Κυριακή συγκεντρώνονταν σε έναν κοινό οίκο. Ο βασικός λόγος της εβδομαδιαίας αυτής συγκέντρωσης ήταν η θεία ευχαριστία που ακολουθούνταν από την αγάπη, δηλαδή το κοινό γεύμα, το οποίο ήταν πιο πλούσιο από την συνηθισμένη καθημερινή τροφή. Στις Λαύρες, όπως και στα κοινόβια, υπήρχε ένας ηγούμενος για όλους, αλλά ο καθένας ήταν ηγούμενος στο κελί του. Το είδος αυτό μοναχισμού εμφανίστηκε στο Βυζάντιο, αρχικά στην Παλαιστίνη,  τον 5ο αιώνα και γνώρισε μεγάλη διάδοση .

Θα πρέπει, τέλος, να γίνει αναφορά και στα ιδιόρρυθμα μοναστήρια. Το ιδιόρρυθμο ήταν ένας διαφορετικός τύπος μοναστηριού ο οποίος προέκυψε από τα κοινόβια. Όπως δηλώνει και το όνομα του, σε αυτά τα μοναστήρια τα πράγματα δεν ήταν τόσο αυστηρά. Ο κάθε μοναχός ακολουθούσε τον δικό του ρυθμό, το δικό του ασκητικό πρόγραμμα. Σε αντίθεση με τα κοινόβια στα ιδιόρρυθμα οι μοναχοί φρόντιζαν μόνοι τους για την αυτοσυντήρηση τους. Μπορούσαν να διατηρούν κάποια περιουσιακά στοιχεία ή να κερδίζουν χρήματα από την όποια εργασία έκαναν, προκειμένου να εξασφαλίζουν την τροφή και την ενδυμασία τους. Οι μοναχοί έτρωγαν ο καθένας ξεχωριστά ενώ η κοινή τράπεζα ετοιμάζονταν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Ο ηγούμενος, αν υπήρχε, μπορούσε να έχει θητεία περιορισμένη χρονικά και όχι ισόβια όπως γινόταν στα κοινόβια. Πλαισιωνόταν από μια ολιγαρχική σύναξη, στην οποία δεν συμμετείχαν όλοι οι μοναχοί. Ο τύπος αυτός μοναχισμού αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία καθ’ όλη σχεδόν την βυζαντινή περίοδο. Μάλιστα ορισμένες φορές σε Τυπικά μονών η ιδιορρυθμία καταδικάζονταν ως παρέκκλιση από τις παραδοσιακές αξίες του κοινοβίου. Η άνθηση των ιδιόρρυθμων μονών τοποθετείται κατά και μετά την υστεροβυζαντινή περίοδο .

 

 

Η σχέση του μοναχισμού με την επίσημη εκκλησία και τον «κόσμο»

Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο μοναχισμός αποτέλεσε ένα κίνημα που αναπτύχθηκε και εξαπλώθηκε εκτός της επίσημης εκκλησίας. Χαρακτηριστικό είναι πως στην αρχή η επίσημη εκκλησία, αλλά και το κράτος, δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τους μοναχούς, ο οποίοι δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν σε καμία από τις υπάρχουσες κατηγορίες. Δεν άνηκαν στο ιερατείο,  αλλά ήταν απλώς ένθερμοι Χριστιανοί. Πέρα από το γεγονός αυτό με την πάροδο του χρόνου ο μοναχισμός αρχίζει να γίνεται αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος στην αρχή και θαυμασμού στην συνέχεια. Χαρακτηριστικό είναι πως τα υπερφυσικά χαρίσματα που υποσχέθηκε ο Χριστός στους πιστούς αποτελούσαν γνωρίσματα μοναχών και όχι επίσημων εκκλησιαστικών ανδρών. Στην συνείδηση των πολιτών η εκκλησία μετά την αναγνώριση της από τον Κωνσταντίνο είχε χάσει την αίγλη της και μετατράπηκε σε ένα τμήμα της δημόσιας διοίκησης. Οι μοναχοί σε καμία περίπτωση δεν ανήκαν σε μια τέτοια κατηγορία . Για τους λόγους αυτούς οι σχέσεις εκκλησίας και μοναχισμού δεν υπήρξαν πάντοτε καλές.

Η χαμένη αίγλη της εκκλησίας που μεταφέρθηκε στους μοναχούς αλλά και η μετατροπή των επίσημων εκκλησιαστικών οργάνων σε έμμισθους δημόσιους υπαλλήλους υπήρξε η αιτία της μη συμφωνίας μοναχισμού και εκκλησίας. Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτελεί η εικονομαχία. Οι περισσότεροι επίσκοποι, αν και όχι αδιαμαρτύρητα, δέχθηκαν τις εικονομαχικές απόψεις των αυτοκρατόρων. Αντιθέτως οι μοναχοί πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση και αποτέλεσαν την κύρια εικονόφιλη μερίδα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την μονήΣτουδίου στην Κωνσταντινούπολη. Βέβαια πλήρωσαν βαρύ τίμημα για αυτήν τους την στάση, μονές έκλεισαν, μοναχοί διώχθηκαν ή και θανατώθηκαν ακόμη. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να θριαμβεύσει μαζί με την εικονιστική τέχνη και ο μοναχισμός. Μετά το τέλος της εικονομαχίας ο μοναχισμός για τους πολίτες αποτελούσε τον θεματοφύλακα των αρχών της πίστης. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη επιρροή που ασκούσαν πια οι μοναχοί τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και σε πολιτικά, κάποιες φορές, θέματα .

Ο σημαντικός αυτός ρόλος που διαδραμάτιζε ο μοναχισμός δεν περιοριζόταν μόνο προς τις αρχές και την διοίκηση. Υπήρξε γενικότερος και ασκούσε μεγάλη επιρροή τόσο στην ύπαιθρο όσο και στις πόλεις της αυτοκρατορίας.

Παρότι ο πρώιμος μοναχισμός αναπτύχθηκε περισσότερο στην ύπαιθρο παρά στις πόλεις, από πολύ νωρίς κτίστηκαν μοναστήρια και εντός των τειχών. Το πρώτο μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη, του Δαλμάτου, ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα και κατά το έτος 536 υπήρχαν σχεδόν 30 μοναστήρια εντός των τειχών της βασιλεύουσας.  Μετά το τέλος της εικονομαχίας πολλοί εκπρόσωποι της αριστοκρατίας έγιναν διάσημοι ηγούμενοι, ανανεωτές του μοναστικού κινήματος  κτίζοντας μονές είτε στην Κωνσταντινούπολη, είτε στην απέναντι όχθη της Βιθυνίας είτε σε άλλες πόλεις ή την ύπαιθρο χώρα. Σε αυτά οι μοναχοί ασχολούνταν εκτός από την προσευχή, με την αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή και την προσφορά κοινωνικού έργου. Πανδοχεία, πτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, ακόμη και σχολεία συμπεριλαμβάνονταν στην προσφορά των μονών. Με τον τρόπο αυτό διαδραμάτιζαν έναν σημαντικό ρόλο στην γύρω περιοχή.

monahismos3-sparmatsetoΟ ρόλος αυτός όμως δεν σταματά εδώ. Μονές ή και απλοί ασκητές, που για κάποιο λόγο έγιναν διάσημοι, προσέλκυαν ένα πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων παίζοντας καθοριστικό ρόλο και στην οικονομία της περιοχής. Γεγονός είναι π.χ. πως το σημαντικότερο μνημείο της συριακής υπαίθρου δεν ήταν μια πόλη αλλά ένα μοναστήρι. Ήταν ο σταυροειδής ναός του αγίου Συμεών που κτίστηκε τον 5ο αιώνα γύρω από τον στύλο που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του ο άγιος. Η θέση του ναού επέτρεπε την προσέλευση πλήθους προσκυνητών από τις γύρω περιοχές, ιδιαίτερα  κατά  την  διάρκεια  μεγάλων  θρησκευτικών  εορτών.            Οι προσκυνητές διέμεναν σε πανδοχεία ενώ υπήρχε συνήθως και ένα τοπικό εμπορικό πανηγύρι. Με τον τρόπο αυτό ο ναός βοηθούσε την ντόπια οικονομία. Παρόμοια προσκυνήματα με τον ίδιο ρόλο υπήρχαν σε όλη την αυτοκρατορία. Βρίσκονταν είτε μέσα σε πόλεις (π.χ. Ιερουσαλήμ, Έφεσο, Θεσσαλονίκη), είτε κοντά σε αυτές (π.χ. Σελεύκεια) και σπανιότερα σε απομακρυσμένες περιοχές της υπαίθρου, όπως ήταν η Μονή του Σινά. Αυτοί οι χώροι ήταν συνήθως οι πιο φημισμένοι στην περιοχή τους, αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο του αστικού περιβάλλοντος αλλά και της υπαίθρου και διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο.

Διαβάζοντας τις δύο προηγούμενες παραγράφους ίσως γεννηθούν ερωτήματα για το κατά πόσο η επιλογή του μοναχικού βίου αποτελούσε απομάκρυνση από τα εγκόσμια. Γίνεται αντιληπτό από τις παραγράφους αυτές πως όσον αφορά τα κοινόβια δεν υπήρχε πλήρης απομάκρυνση. Τα μοναστήρια είχαν την γενική φροντίδα των τόπων προσκυνήματος που προαναφέρθηκαν. Έπρεπε να εξυπηρετούν τους προσκυνητές και να εξασφαλίζουν τις ανάγκες τους για στέγη και τροφή. Πέρα από αυτό όμως και όλες οι λοιπές ασχολίες των μοναστηριών αποτελούσαν και εκείνες αφορμή για επαφή με τον κόσμο. Οι φιλανθρωπικές δραστηριότητες, κάποια διακονήματα αλλά και αναγκαίες εργασίες έφερναν τους μοναχούς σε συνεχή επαφή με την κοινωνία. Όλα αυτά συντελούν στο να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι διάφοροι τύποι κοινοβίων δεν αποτελούσαν πλήρη απομάκρυνση από τα εγκόσμια.

Τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά όσον αφορά τους ασκητές. Η ασκητική ζωή, σε αντίθεση με την κοινοβιακή που ήταν πιο κοντά στον τρόπο ζωής της πόλης, απαιτούσε την απομάκρυνση από τον κόσμο και την έθετε ως βασική προϋπόθεση για την πνευματική άνοδο των ασκητών. Ένα τεχνητό ή φυσικό ασκητικό κελί θα έπρεπε να βρίσκεται σε απόσταση ασφαλείας από τον κόσμο, ώστε να μην διαταράσσεται η ησυχία και η απομόνωση των ασκητών. Κανονικά τα κελιά έπρεπε να ήταν μακριά ακόμη και από τα απαραίτητα πηγάδια. Πέρα όμως από αυτές τις συνθήκες και στην περίπτωση των ασκητών η απομόνωση, τις περισσότερες φορές, δεν ήταν πλήρης. Ένας διάσημος ασκητής προσέλκυε επισκέπτες που ταξίδευαν χιλιόμετρα για να απολαύσουν την συναναστροφή μαζί του και να ακούσουν τις συμβουλές του.  Για τον λόγο αυτό η συναναστροφή με τον κόσμο ήταν βέβαια μικρότερη σε σχέση με τα κοινόβια αλλά υπαρκτή.

Σχετικά άρθρα

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για την προσφορά της Τέχνης στην κριτική σκέψη

Μινωικά και Μυκηναϊκά Ανάκτορα: μια σύγκριση που αποκαλύπτει πολλά

Βασίλειος Μακέδος

Μια βραδιά στο ΝΟΗΣΙΣ με τον Leonardo da Vinci

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X