Sparmatseto
Βιβλίο

Ελένη Ανδρέου – αναζητώντας βλέμματα

Εδώ και τρεις δεκαετίες συνηθίζεται να γίνεται παρουσίαση των νέων εκδόσεων, είτε κυρίως για την προώθηση των πωλήσεων είτε για γνωριμία με τους συγγραφείς και το έργο τους. Θέλω να πιστεύω ότι γενικά αποφεύγω την πρώτη εκδοχή των παρουσιάσεων, επιδιώκοντας τη δεύτερη περίπτωση. Αυτό, εξάλλου, πιστεύω ότι αποτελεί την πολιτιστική διάσταση κάθε βιβλιοπαρουσίασης.

Την Ελένη Ανδρέου τη γνωρίζω εδώ και πολλές δεκαετίες, από το γυμνάσιο, μετά ήμασταν μαζί στο Αριστοτέλειο, εκείνη στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας και εγώ στο τμήμα Φιλοσοφίας. Αποφοιτήσαμε μαζί και είχαμε πολλές φορές βρεθεί και συνεργαστεί. Κοντά στον Στέφανο Ιωαννίδη και στα «Θρακικά Χρονικά» εργαστήκαμε στην αρχή της δεύτερης περιόδου του περιοδικού, το 1971 – 72. Η Ελένη στην Τέχνη και Αρχαιολογία κι εγώ στη Φιλοσοφία. Κάναμε παρέα όσο ζούσε στην Ξάνθη, δούλεψε στο δημόσιο, έφυγε από δω, κατέβηκε στην Αθήνα, πήγε στη Γερμανία.

Ήταν έκπληξη ευχάριστη για μένα η έκδοση της συλλογής αφηγημάτων «ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ» που στο τέλος του τελευταίου κειμένου της συλλογής γράφει «Βερολίνο 2006 – 2007». Ασχολήθηκα με το βιβλίο αυτό, πιστεύοντας ότι η αξία της Ελένης ως συγγραφέως θα επιβεβαιωθεί από το δεύτερο βιβλίο. Και φάνηκε με τον καλύτερο τρόπο με το «Ξένο βλέμμα», για το οποίο ανέλαβα να σας μιλήσω σήμερα.

Θα πω όμως πρώτα δυο λόγια και για την Αγία Παρασκευή και τον Άγιο Παντελεήμονα, καθώς θεωρώ ότι τα δύο βιβλία έχουν συνάφεια και αλληλοσυμπληρώνονται.

Τα διηγήματα του πρώτου βιβλίου αναφέρονται στη ζωή της περιοχής μας, συχνά στα χωριά και στα παιδιά των χωριών. Επίσης αρκετές φορές – είναι η περίοδος της αθρόας μετανάστευσης – γίνεται αναφορά στη Γερμανία (χωρίς άλλον γεωγραφικό προσδιορισμό). Κυρίως η παιδική ηλικία συγκινεί τη συγγραφέα, πράγμα που σημαίνει ότι κατά τη συγγραφή κυριαρχεί η μνήμη της για την παιδική ηλικία. Στο οπισθόφυλλο εξάλλου του βιβλίου διαβάζουμε:   «Επίκληση στις δυνατότητες της μνήμης που λουφάζει, γιατί αρνείται να ταραχτεί και να ταράξει ανασύροντας όλα τα αυθαίρετα, τους καταπατητές και τα καταπατημένα. Τελικά και η ίδια αυθαιρετούσα εκδικείται… Μια βουτιά στα ρηχά∙ στα βαθιά ποιος αντέχει;».

 

 

Κρατούμε αυτά τα δύο στοιχεία: μνήμη και παιδική ηλικία, φωτίζοντας «Το ξένο βλέμμα». Η Ελένη Ανδρέου στο βιβλίο αυτό βρίσκεται στο Βερολίνο και γράφει για την γενετική πορεία της πόλης στα τελευταία χρόνια, μετά την επανένωση των δύο – θα μου επιτρέψετε να το πω όπως το λέγαμε – την επανένωση των δύο Γερμανιών, της Ανατολικής και της Δυτικής.

Το βιβλίο με ευχαρίστησε ανείπωτα στην ανάγνωση, το απόλαυσα κυριολεκτικά. Με δυσκόλεψε – κατά τη φιλολογική μου διαστροφή – να το κατατάξω: λογοτεχνικό αφήγημα, δοκιμιακού χαρακτήρα, με ιστορικές και καλλιτεχνικές αναλαμπές και πολιτικούς προβληματισμούς. Ένα αρμονικό σύνολο βιωμάτων, ενδοσκοπήσεων και αναμνήσεων πρόσφατων και παλιών.

Η μνήμη και η παιδική ηλικία παρούσες και στο νέο περιεχόμενο και στα νέα περικείμενα. Μετά τη μελέτη του βιβλίου, για να εμβαθύνω, κατέφυγα στον Ρολάν Μπαρτ που έγραψε μιλώντας για τη μνήμη πως στην πραγματικότητα δεν ξεχνάμε ποτέ, αλλά κάτι κενό εγκαθίσταται μέσα μας. Η μνήμη μας είναι η προσωπική μας «καινή διαθήκη», μια σχέση αλήθειας και βιωματικής ταύτισης με τον εαυτό μας. Χωρίς αυτήν, μέσα στο αχανές σύστημα του εγκεφάλου μας, βυθιζόμαστε μέσα σε ένα απέραντο κενό, σε ένα τίποτα. Βέβαια πρέπει πάντα να παίρνουμε υπόψη μας ότι η μνήμη είναι ποιητής, και σίγουρα δεν κάνει για ιστορικός (ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΠΕΪΟΓΛΟΥ, Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ, 13-14/4/19 – EFSYN – Μιλώντας για το ομότιτλο βιβλίο του Χρήστου Αστερίου). Και έφτασα στην διάσημη ρήση του Γάλλου φιλοσόφου «Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία».

Η Ελένη από μικρή έχει τάση στο γράψιμο. Το είχα αν θέλετε διαισθανθεί και περίμενα ότι αργά ή γρήγορα κάτι θα γράψει.

 

Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία

Να προσθέσω δύο σημεία από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου:  «Ποιοι αναλαμβάνουν και πώς τη μεγάλη ευθύνη για όσα θα πρέπει να διατηρηθούν για την ιστορική μνήμη και για όσα θα πρέπει να πεταχτούν στα απόβλητα της ιστορίας; Πόση βία (βιασύνη και βιασμός συγχρόνως) υπάρχει σ’ αυτό το σχέδιο ανάπλασης της πόλης;» (σελ. 6-7)
«Θέλω να συλλαβίσω μόνη μου την πόλη προτού τη διαβάσω. Θέλω η ανάγνωσή της να επιτελεσθεί αργά σαν ένα μικρό θαύμα, όπως όταν το μικρό παιδί ανακαλύπτει μετά από μύριους κόπους, άγχη και απογοητεύσεις ότι μπορεί επιτέλους να διαβάζει. Αυτό και έκανα. Επέστρεψα ξανά και ξανά στην πόλη που με γήτεψε για να την κατακτήσω. Και ήδη κάτι είχα καταφέρει» (σελ. 7)  Η Ελένη Ανδρέου και όταν βρίσκεται στο Βερολίνο θυμάται την πατρίδα. Ζει, κατά κάποιο τρόπο, μια νέα παιδική ηλικία. Η παιδική ηλικία παρούσα. Θαυμάζω τη λογοτεχνικότητα των περιγραφών της, πώς μεταβαίνει από τη μία στην άλλη πραγματικότητα, από το κοντινό στο μακρινό, από τη ζωή στο όνειρο σελ. 38 – 39
Είναι πολύ αποκαλυπτική για τον τρόπο που κινείται. Για τον τρόπο που μεταβαίνει από το νέο στο πιο νέο.

«Είναι ένα κομμάτι της πόλης που, όταν το περπατώ, έχω την αίσθηση ότι περπατώ περισσότερο μέσα στο χρόνο παρά μέσα στον τόπο. Μικρά και μεγάλα κύματα χρόνου και ιστορίας παρασύρουν τη σκέψη μου εδώ κι εκεί, σε μια διαδρομή τεθλασμένη, ανισοϋψή σαν εναλλασσόμενα εφηβικά συναισθήματα που ρέπουν πάντα με υπερβολή στα άκρα» (σελ.69).

Η φύση έχει μια διακριτική παρουσία στη ζωή της πόλης. Μέσα σε όλη την περιγραφή και τη συνύφανση ιστορίας και ανθρώπινης δράσης, να’σου και ξεφυτρώνει η Ξάνθη σελ. 61

Το τελευταίο σημείο που θα ήθελα να δω μαζί σας είναι η παιδική ηλικία των παιδιών που έζησαν μέσα στα δύσκολα χρόνια του ναζισμού και ενηλικιώθηκαν μετά τον πόλεμο. Η Έρικα και η Ρόμα (σελ. 119 – 122) και παρακάτω, στο ίδιο κεφάλαιο η «σκοτεινή αίθουσα» και τα «πεσμένα φύλλα» του Εβραϊκού μουσείου (σελ. 123 – 124). Το σημείο αυτό του βιβλίου είναι από τα πιο συναρπαστικά – κλασικό λογοτέχνημα θα έλεγα. Και αν θέλαμε τα παιδιά μας στο σχολείο να πάρουν μια μυρουδιά για το ναζισμό και τα σχετικά αυτές οι σελίδες είναι τόσο κατάλληλες. Να σημειώσω ότι σε πολλά σημεία του βιβλίου υπάρχουν κυρίως ξενόγλωσσες πηγές για τα θιγόμενα θέματα.

Η Ελένη Ανδρέου είχε την καλοσύνη να μου δώσει το πρόγραμμα της θεατρικής παράστασης «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» της βερολινέζας Τζέννυ Έρπενμπεκ που διασκεύασε θεατρικά και σκηνοθέτησε η Σεβαστιάνα Αναγνωστοπούλου το 2015. Στην παράσταση πήρε μέρος και η Μαρίνα Χλόη Αναγνωστοπούλου. Στο πρόγραμμα βρήκα πολλά στοιχεία που με βοήθησαν να καταλάβω καλύτερα «Το Ξένο Βλέμμα». Πέρα από τα λίγα που σας είπα σήμερα μιλώντας για το θαυμάσιο βιβλίο της Ελένης, υπάρχουν πάρα πολλά που δυστυχώς δεν προλάβαινα να σας πω…

Σχετικά άρθρα

Ανιχνεύοντας την εικόνα που είχαν οι Ομηρικοί ήρωες για τους θεούς τους

16η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (Πρόγραμμα Εκδηλώσεων)

Louis Marin – Πώς διαβάζεις έναν πίνακα ζωγραφικής;

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X