Sparmatseto
Βιβλίο

«Tων Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος» της Ελένης Ανδρέου

Παρατηρώντας το εξώφυλλο του πρώτου βιβλίου της Ελένης Ανδρέου και διαβάζοντας «Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος», μας παραξενεύει λίγο ο τίτλος του κι ίσως-ίσως μας παραπέμπει σε θρησκευτικού περιεχομένου εγχείρημα, μπορεί ακόμη και να  στερεί από το βιβλίο την εμβέλεια που θα του άξιζε, αν  ο τίτλος του ήταν μια σύγχρονη φράση ή λέξη.

Όσοι όμως ζούμε σε τούτη την περιοχή, αυτόματα μεταφερόμαστε (εξαιτίας του τίτλου φυσικά αλλά  και της εικόνας με τα χωράφια, τα καρπούζια και τους αγρότες), στο μεγάλο καλοκαιρινό πανηγύρι που γίνεται κάθε Ιούλιο στο λιμανάκι των Αβδήρων, δίπλα στον Αρχαιολογικό του χώρο, όπως και μέσα στο χωριό, τιμώντας τους δύο προστάτες Αγίους του και συγκεντρώνοντας πλήθος κόσμου απ’ όλη την γύρω περιοχή.

Η συγγραφέας προφανώς ήθελε να ντύσει τα εξαιρετικά αυτά διηγήματά της με τη στόφα της αγνής περιοχής που σημάδεψε τα παιδικά της χρόνια και την εποχή των καλοκαιρινών της διακοπών δίπλα στην Αβδηρίτικη θάλασσα που ξύπνησε μέσα της τα ταξίδια των λέξεων και του ονείρου.

andreou-biblio-sparmatseto
“Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος”

Πόσο σημαντικός λοιπόν είναι ο τόπος, ο εξωτερικός τόπος του καθενός, πόσο διαμορφώνει τον εσωτερικό του χώρο και πόσο επηρεάζει τη γραφή; Η λογοτεχνία θέτει πολλές φορές ερωτήματα. Στην περίπτωση της Ελένης Ανδρέου όμως δεν είναι το που, το πότε το πώς και το γιατί. Είναι το τι άφησε αυτός ο τόπος στο εσωτερικό μας τοπίο. Τι άφησε από τη φύση, τις αγωνίες , τα συναισθήματα, τα προβλήματα των ανθρώπων που τα διαμορφώνει η εκάστοτε εποχή και πώς αποδόθηκε αυτό με τη γραφή της.

Στο μότο του βιβλίου στις πρώτες σελίδες υπογραμμίζεται η λέξη α ν ά μ ν η σ η , μέσα από μία φράση του Γκύντερ Γκρας από το βιβλίο του «Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι»: «Στην ανάμνηση αρέσει το κρυφτό που παίζουν τα παιδιά. Κρύβεται… Αντιφάσκει προς τη μνήμη…» κλπ. Στο οπισθόφυλλο μια «Επίκληση στις δυνατότητες της μνήμης που λουφάζει…» Η ανάμνηση κρύβεται, η μνήμη λουφάζει, δύο έννοιες που περιμένουν να τις ανακινήσεις για να  βγουν στο προσκήνιο της σκέψης σου.

Ο χώρος, ο τόπος, ο χρόνος που διαδραματίζονται τα αφηγήματα της Ελένης Ανδρέου, είναι ο χώρος και ο τόπος των παιδικών της χρόνων.  Ένα προσκύνημα θα λέγαμε στην παιδική ηλικία , μια ανάμνηση ανεξίτηλη που εξουσιάζει όλες τις  υπόλοιπες μνήμες της ζωής μας, «… για να συντομεύσουμε την επιστροφή μας στα πιο βαθιά, στα πιο αληθινά τοπία της παιδικής μας ηλικίας και πια η ζωή μας δεν είναι παρά ένας ανεκπλήρωτος νόστος μέχρι το τέλος!» γράφει η ίδια στη σελίδα 46, στο διήγημα «Το πιάτο». Ένας τρόπος αντίδρασης στη φθορά και στον χρόνο.

 Όπως ο Παπαδιαμάντης  κι ο Βιζυηνός νοσταλγούν τα παιδικά τους χρόνια και γράφουν γι’ αυτά στα διηγήματά τους , έτσι και η Ανδρέου, αναπολεί και θυμάται τα παιδιά της παραλίας, τα βότσαλα, τα βράχια, τη θάλασσα και τους θησαυρούς της, τη φύση που τη μεγάλωσε, τα καλοκαίρια στο διήγημα «Όνειρα», τα παιδικά παιχνίδια , το Τζίζ, τον μικρό Λευτεράκη που χάθηκε στα κύματα στο ομότιτλο διήγημα «Ο Λευτεράκης» και αντλεί τα θέματά της από αυτή τη νοσταλγική παρηγοριά.

Όμως εκτός από τη σπουδαιότητα της μνήμης του ανθρώπου να επιστρέφει στην παιδική του ηλικία, η συγγραφέας στόχο έχει μέσα από τα διηγήματα αυτά , να αναδείξει τη νοοτροπία της λαϊκής κοινωνίας, την προηγούμενη μεταπολεμική εποχή, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, το πώς η ζωή τα φέρνει στην πορεία της, τις γυναίκες ηρωίδες που μοχθούν, παλεύουν να σταθούν κοινωνικά, οικονομικά και συναισθηματικά, μέσα σε ένα κλειστό περιβάλλον, σε μια εποχή φτωχή και μίζερη για όλη την Ελλάδα και τις αγροτικές της περιοχές, και το καταφέρνει άξια με το εφόδιο της παρατηρητικής και κρητικής της ματιάς.

« Και η αλήθεια είναι», γράφει στο διήγημα «Ντε», «πως  τώρα πια, μετά από τόσους πολέμους, όλοι είναι φτωχοί. Φτωχοί και οι παλιοί άρχοντες που εμπορεύονταν  τα καπνά, φτωχοί και οι μεγάλοι καπνοπαραγωγοί, φτωχοί και οι από παλιά φτωχοί. Ακριβό το τίμημα της ελευθερίας! Ένα κράτος μικρό, φτωχό, αδύναμο, πάνω από εκατό χρόνια προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, προσπαθεί να απελευθερώσει την περιοχή πότε από τους Τούρκους και πότε από τους Βούλγαρους και το μόνο που καταφέρνει είναι να υποδουλώσει σε μια αβάσταχτη φτώχεια χωρίς τέλος τον τόπο».

Άλλοτε φιλοσοφώντας, άλλοτε διακωμωδώντας με ανεπαίσθητο χιούμορ τις μεταφυσικές δυσλειτουργίες της κοινωνίας  του χωριού,  η Ελένη Ανδρέου, σπάζει τη δραματικότητα των γεγονότων με τη γραφή της. Κωμικοτραγική και η πρώτη ιστορία του βιβλίου που ξεχωρίζει με τίτλο «Η Κοκονίτσα», όπου η ηρωίδα θρηνεί για τους τρεις Γιάννηδες που παντρεύτηκε και πέθαναν , με το «αχ, Γιάννη μ’…» και για τους τρεις . «Φωνάζει τον παπά για κανένα τρισάγιο κι αυτός χρόνια τώρα μνημονεύει τρεις φορές το ίδιο όνομα «ανάπαυσον Κύριε, τους κεκοιμημένους δούλους σου Ιωάννη, Ιωάννη και Ιωάννη».

Έθιμα του γάμου, αποτυχημένοι  έρωτες και προξενιά, περιγράφονται στο διήγημα «Το πιάτο», με τα φτηνά συμβολικά πρακτικά δώρα των πιο πολλών, απ’ το παντοπωλείο του Διαμαντή, με κυρίαρχο δώρο τα πιάτα, τέσσερα ή έξι το πολύ, πασπαλισμένα με λίγους κόκκους ρύζι  και στολισμένα με καμιά χρωματιστή κορδέλα, χωρίς άλλο περιτύλιγμα στα χέρια τους, για να καταλήξουν αργότερα δώρα κι αυτά σε άλλους γάμους, αφού περίσσευαν ή σε κάποιο ντουλάπι για επίσημες στιγμές. Η νοοτροπία του καλού ακατοίκητου σαλονιού, τα άχρηστα συσσωρευμένα πράγματα, αχρησιμοποίητα για χρόνια, έτσι για τη ματαιότητα της απόκτησης, ώσπου να σπάσουν όλα σε μια άτυχη στιγμή και ν’ απομείνει ένα. Το πιάτο δώρο του Δημητράκη της Μαριγούλας , του Δημητράκη της που αγάπησε, αλλά δεν παντρεύτηκε. «Το πήρε πια απόφαση…  σελ. 46)

Κουρμπάνια, δεισιδαιμονίες, θυσίες για να αποφευχθεί το κακό, στο διήγημα «Ακρίδες» , υπογραμμίζουν τον φόβο, τις προλήψεις και την αδυναμία της ανοιχτής σκέψης στις μικρές κοινωνίες του χωριού.

Οι Άγιοι προστάτες του, μετατοπίζονται από διήγημα σε διήγημα, ενώνοντάς τα μεταξύ τους μ’ ένα υπόγειο νήμα, προσδιορίζοντας έτσι τον χώρο όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, τις αισθήσεις και τις παραισθήσεις των ανθρώπων, ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα.

Παραθεριστές και χωρικοί, προσκυνητές και γυρολόγοι, ντύνουν την αφήγηση του ομότιτλου διηγήματος «Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος», απ’ όπου πήρε και τον τίτλο του το βιβλίο, με εικόνες κινηματογραφικές μετά το μπουρίνι στην ημέρα της γιορτής του Αγίου Παντελεήμονα. Λάσπες, κάρα, μηχανάκια, σκισμένα αντίσκηνα, ξύλινες καρέκλες στη θάλασσα, παιδικά κουβαδάκια βουτηγμένα στα φύκια και στην άμμο, όλα όσα δεν άντεξαν εκεί, στο κάδρο και το βρεγμένο τσίτινο φουστάνι της Αργυρής, της γυναίκας του παραθαλάσσιου καφενείου που όσο κι αν θέλησε να κρατήσει τη νιότη και τη ζωή, εκείνες  έφυγαν, χάθηκαν όπως χάνεται κάθε καλοκαίρι, όπως αποτυπώνεται κάθε εποχή πάνω σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με κάποια ημερομηνία γραμμένη πίσω της: 30 Ιουλίου 1958.

Σε ορισμένα διηγήματα, ο λόγος της αφήγησης μιμείται  τη σκέψη των απλοϊκών ανθρώπων του χωριού, οι χαρακτήρες των ηρώων ξεδιπλώνονται και σκιαγραφούνται μέσα από τη ροή των γεγονότων και της αφήγησης, η αφήγηση διαυγής, γλαφυρή, έντονα παραστατική, χωρίς πλεονασμούς σε κρατάει σε εγρήγορση και σε ταξιδεύει από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας

Τα δεκατρία διηγήματα που εμπεριέχονται στο βιβλίο «Των Αγίων Παρασκευής και Παντελεήμονος», όλα συναρπαστικά, θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί για οποιοδήποτε χωριό της μεταπολεμικής Ελλάδας, για τις δεκαετίες του πενήντα με εβδομήντα, κλείνοντας μέσα τους την πολιτισμική μνήμη της χώρας μας που σιγά-σιγά αφανίζεται, αλλοιώνεται και χάνεται. Είναι κάποια βιβλία μνημεία που κρύβουν μέσα τους τη συλλογική μας μνήμη. Τους ανθρώπους που χάθηκαν, τους γονείς μας, τους παππούδες , τα τρυφερά παιδικά μας χρόνια, τις εποχές, την ένδεια της ζωής, την ανέχεια των ανθρώπων, τους πόθους και τις λαχτάρες τους που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, τις τουλούμπες, τις Κοκονίτσες, τα κουρελάκια, τις Μαντζουρίνες , τα όνειρα που χάθηκαν στον χρόνο.

Είναι κάποια βιβλία που θα μπορούσαμε περήφανα να εξάγουμε ως πολιτισμικό προϊόν. Γιατί ό, τι είναι τοπικό, είναι και διεθνικό.

 

 

Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στο Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, στις  7/5/2019

Σχετικά άρθρα

Νέα Αμισός Δράμας (Τσάι Τσιφλίκ) Το χωριό του παππού μου… ένα βιβλίο του Θεόδωρου Ρωμανίδη

Θανάσης Μουσόπουλος

Γιώργος Σεφέρης: μια έκδοση που κράτησε 45 χρόνια ολοκληρώνεται

Βασίλειος Μακέδος

Μιλώντας για τον Κωνσταντίνο Ταβουλτσίδη

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X