Sparmatseto
Projects

Το άγιο Πάσχα στην Ελληνική ποίηση.

Κάθε χρόνο όλη η Ορθοδοξία γιορτάζει με κατάνυξη και σεβασμό την μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, το Άγιο Πάσχα. Η θυσία του Θεανθρώπου και ο συμβολισμός της είναι πολλαπλός και ιδιαίτερος για τον Ελληνισμό ακόμα περισσότερο.

Η λατρεία και τα πάθη του Υιού του Θεού έχουν υμνηθεί και ταυτισθεί με την ελληνική λαογραφία, πεζογραφία και ιδιαίτερα με την ποίηση, μιας και δεν είναι λίγοι οι Έλληνες ποιητές που έχουν εξυμνήσει, ο καθένας με τον τρόπο του, το δράμα και την ανάσταση του θεανθρώπου.

Παρακάτω σας παραθέτουμε μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα που έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα.

Διονύσιος Σολωμός
Διονύσιος Σολωμός, “Η ημέρα της Λαμπρής”

Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,

 

Που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε∙
Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
Με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε∙

 

Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε∙
Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι.
Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙
Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι-

 

σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες∙
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙
Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

 

Βγαίνει, γιατί στα σωθικά του ανάφτει,
Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.

Κανείς δεν του μιλεί, και δεν του δίνει
Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.

Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
Ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.

 

Κωστής Παλαμάς

 

Κωστής Παλαμάς, “Το Τραγούδι του Σταυρού

(από τη συλλογήΑσάλευτη Ζωή”)

Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.

 

Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.

 

Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!

 

Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.

 

Κ’ ύστερα υψώθηκα σ’ εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ’ έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.

 

Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ’ εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ’ τον Παρθενώνα.

 

Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.

 

Τα είδωλα τ’ αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν’ εδώ κάπου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει.

 

Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ’ εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!

 

Κώστας Βάρναλης
Κώστας Βάρναλης, “Η μανά του Χριστού”

(Από τη συλλογή “Το Φως που Καίει)

Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,

ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!

Η χαρά της γιορτής όλο και πιότερο αξαίνει

και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

 

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,

των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν

κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,

να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

 

Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει

(ήταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει)

σαν και τ’ άλλα σου αδέλφια να σ’ είχα γεννήσει

κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

 

Ενα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι…

και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…

νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,

το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

 

Κι αμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,

με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,

(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι

ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

 

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει

τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,

η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,

ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

 

Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ᾽φτανε μέλι

και πολλή φύτρα θα ᾽φηνες τέκνα κι αγγόνια

καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,

τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

 

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,

για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…

Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια,

λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

 

Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,

Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.

Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,

δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

 

Καθώς, κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,

ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.

Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:

τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

 

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να μπεις!

Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)

δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τ’ όνομά σου!

 

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…

Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη

κι όσο η γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,

το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι.

 

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,

σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τι πες “Να με”!

Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!

Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

 

Γιάννης Ρίτσος

 

Γιάννης Ρίτσος, «Εαρινή Συμφωνία» (απόσπασμα)

Άκου τα σήμαντρα

των εξοχικών εκκλησιών.

Φτάνουν από πολύ μακριά

από πολύ βαθιά.

Απ’ τα χείλη των παιδιών

απ’ την άγνοια των χελιδονιών

απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

 

Ακου τα σήμαντρα

των εαρινών εκκλησιών.

Είναι οι εκκλησίες

που δε γνώρισαν τη σταύρωση

και την ανάσταση.

 

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες

του Δωδεκαετούς

που ‘χε μια μάνα τρυφερή

που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι

έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι

που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα

της επερχόμενης Μαγδαληνής.

 

Χριστέ μου

τι θα ‘τανε η πορεία σου

δίχως τη σμύρνα και το νάρδο

στα σκονισμένα πόδια σου;».

 

Άγγελος Σικελιανός
Άγγελος Σικελιανός, “Μαγδαληνή

(Από τη συλλογήΠάσχα των Ελλήνων)

Την ώρα σ’ όλα τα πουλιά γλυκός που πέφτει ο ύπνος

και στο χαμηλοθώρητο σβημένο δειλινό
των ασταχυών ο ανασασμός είναι μεστός σα δείπνος·

π᾽ ο αποσπερίτης αρχινά νά τρέμει στο βουνό·

που στην καρδιά μας, άφθαρτη ξεχύνεται η πραότη,
τού σπλάχνου μας σα να ‘φτανε — πανάχραντη θροφή —

λίγο ψωμί για να γευτεί κατάβαθα τη θεότη,

κι ακολουθάει τον Έσπερον ο νους μας στην κορφή· 

που ᾽ναι αγαθή στά πόδια μας όλου του δρόμου ή σκόνη,

και μια συμπόνια αξήγητη, στα πάντα αναρροεί,
ένας καημός αμίλητος τα στήθια μας φουσκώνει
σαν αρχινά από πάνω μας των αστεριώ ή ροή·
 

που, κι αν με μόνο ενα σκυλί στη στράτα απαντηθούμε,

κρυφή η ευλάβεια μέσα μας ανθίζει περισσή·
την ίδια λάτρα ως να ‘χουμε, τον ίδιο ως νά ποθούμε

πόθο, ζωσμένοι απ’ τ’ άπειρο, σάν έρημο νησί,

λύχνο να ιδούμε από μακρά σε σπίτι να σαλεύει,
θαρρούμε κ’ ήλιος έλαμψε στην ήσυχη βραδιά,
κι ως πεταλούδα, γύρα του, σπουδαχτικά παλεύει
νά ζεσταθεί στ᾽ αντίκρισμα τ’ ανθρώπινο ή καρδιά —

κι ό Ιησούς κ’ οί μαθητές, ανάμεσα στά πλήθη,
μ’ όλο της μέρας τον καρπό χυμένο στην ψυχή,
σέ κάθε άνθρωπου διάνεμα, ν’ απλώνεται στα στήθη,

μες στα σκοτάδια, νιώθουνε ζεστή την προσευχή. 

Περνά διαβάτης βιαστικός, κι άλλος κρατεί το ψώνι

για να δειπνήσει σπίτι του, να πιει και να χαρεί·
κι ο Ιησούς, γνωρίζοντας το σπίτι του τελώνη,

μπαίνει, ανοιχτόν ως το ‘βρηκε που Τόνε καρτερεί.. .

 

Κ’ έκεί που κόβει το ψωμί, κι απλώνει στο προσφάι,

ξάφνου, απ’ τή θύρα ορθάνοιχτη που ξέμεινεν, ορμά,

σαν ένα κύμα θεόρατης αναπνοής του Μάη,
τό πλούσιο μύρο σπάζοντας στά πόδια του σιμά,

 

σα με τον ήλιο τρικυμιά κυλώντας, δοξασμένη
απ’ όση μες στό σπλάχνο της έστέναξε ηδονή,
με των μαλλιών την άμετρη φεγγοβολή λυμένη,
τα δάκρυα της σφουγγίζοντας κρουνό, ή Μαγδαληνή !

 

Τα μάτια της να σήκωνε και να ‘βλεπε τα χίλια
της νύχτας άστρα σα φιλιά, κι ο μέγας τους σφυγμός

να χτύπαε στ’ αναμμένα της απ’ τις αγάπες χείλια,

βαθιός δε θα χυνότανε μες στη νυχτιά ο λυγμός,

 

σαν τούτος οπού γιόμισεν ολάκερο το δώμα,

κύμα, στο κύμα π’ άπλωνεν από την ευωδιά·
με κολλημένο άκράταγα στα πόδια του το στόμα,

με τον άπάντεχο έρωτα που φούσκωνε η καρδιά!

 

Λοξά ο τελώνης την κοιτά· κι ο Ιούδας, στη σπατάλη

του μύρου, ως φίδι μέσα του να σούριξε βαθύ,
μεσ’ απ’ τά δόντια του μιλεί, κουνώντας το κεφάλι:
«Γιά τους φτωχούς δε δύνονταν αυτό να πουληθεί;»

 

Το χέρι μέσα στα μαλλιά τ’ αθάνατα κρατώντας,
στους πλοκάμους όπου σκορπάν τριγύρα, τους χρυσούς,

βαθιά αναγάλλιαν άμετρη, στά πόδια του κοιτώντας
το μέγα κύμα, απόκριση τους δίνει ό Ιησούς:

 

«Ήρθ’ από δρόμο σπίτι σου, κ’ εσύ δε μου ‘χεις πλύνει

τα πόδια, μηδέ μ᾽ άλειψες μέ μύρο τα μαλλιά·
κι αύτη, στιγμή δεν έπαψε στά δάκρυα ν’ αναλύνει,
κι αυτή, στιγμή δέ μου ‘παψε στα πόδια τά φιλιά·

 

«κι όπου κι ο Λόγος ο άγιος μου ξαπλώσει, και για κείνη·

στον αιώνα, αυτό που μου ‘καμε, παντού θα μιληθεί.»
Κι ακόμα αυτή το κλάμα της βρύση λαμπρή να χύνει
δεν παύει, μηδ’ απ’ το λυγμό το στήθος το βαθύ.

 

Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι·

σε μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό,
για να φιλήσω λείψανο το ατίμητο Σου χέρι·
κ᾽ ήταν ακόμα, ως πίθωσα τα χείλια μου, ζεστό!

 

Οδυσσέας Ελύτης
Οδυσσέας Ελύτης, “Το Πάσχα ενός αθέατου Απριλίου”

(Από τη συλλογή “Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου”)

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25

Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου

λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε

η θεούλα με τη μωβ κορδέλα

που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά

 

 Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά

να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίμματά μου

– της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια –

 εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα

και αγέρωχο το πέλαγος.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β

 

Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο εκείνο σύννεφο

που ανεβάζει κάπνες

όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

 

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα

Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα

που πήγα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους

και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορ-

φή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμέ-

να, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την

ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη

θέση στον τάφο που σου ανήκει.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β

Ασμάτιον

  Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα

  πάρε το κίτρο που μου ’δωκε ο Κάλβος

  δικιά σου η χρυσή μυρωδία

 

  Μεθαύριο θα ’ρθουν τ’ άλλα πουλιά

  θα ’ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές

  μα βαριά η δική μου καρδία. 

Σχετικά άρθρα

Πρόσκληση συμμετοχών για την ομαδική εικαστική έκθεση “La vie en rose”

Βασίλειος Μακέδος

Τέχνης Ρινίσματα

Βασίλειος Μακέδος

Κοινωνικό Κέντρο “Σταύρος Χαλιορής”, ένας “πνεύμονας” πολιτισμού στην περιφέρεια της Θράκης

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X