Sparmatseto
Projects

Φιλελληνισμός και Αρχαιοκαπηλία | Οι δύο όψεις ενός νομίσματος

Η κλοπή των αρχαιοελληνικών μνημείων από τους «φιλέλληνες» κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν ένα σύνηθες και συνάμα θλιβερό φαινόμενο.

Άγγλοι, Γάλλοι…Πορτογάλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι, εκμεταλλευόμενοι την αδιαφορία του Σουλτάνου και των Ελλήνων -λόγω ένδειας- λυμαίνονταν της αρχαιολογικής μας κληρονομιάς σε πόλεις και ύπαιθρο.

Αφαιρώντας τα μάρμαρα-Πίνακας του Edward Dodwel

Έσπαγαν και κομμάτιαζαν τη σάρκα του πολιτισμού μας με σκοπό την πολιτισμική μας εξαφάνιση για το προσωπικό, οικονομικό τους όφελος.

Υπήρξαν ναοί, αγάλματα, αντικείμενα της ιστορίας μας που ούτε εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε καλά, καλά που και τι  ήταν ενώ αυτοί με περίτεχνο και χυδαίο τρόπο έκλεψαν και μετέφεραν στην πατρίδα τους, τα οποία υπάρχουν ακόμα σε κάποιες κρυμμένες ιδιωτικές συλλογές όπου οι «ιδιοκτήτες» τους τα επιδεικνύουν κρυφά στους κολλητούς τους για να ικανοποιήσουν την νοητική μιζέρια και ματαιοδοξία τους.

Τόμας Μπρους 7ος Κόμης του Έλγιν
Ο Λόρδος Έλγιν επιδεικνύει τα τρόπαια του στους φίλους του

Φέρνω παράδειγμα από το βιβλίο του Νομικού/Συγγραφέα κ. ο Θεόδωρου Δημ. Παναγόπουλου «Τα ψιλά γράμματα της ιστορίας» όπου βασιζόμενος σε γράμματα και επιστολές των πραγματικών πρωταγωνιστών της τότε εποχής αναφέρει περιστατικά αρχαιοκαπηλίας και καταστροφής που αν τα διαβάσετε θα φρίξετε.

Γράφει λοιπόν ο Παναγόπουλος.

Τα ψιλά γράμματα της ιστορίας-Εξώφυλλο

«Λίγα χρόνια πριν την επανάσταση και τα πρώτα χρόνια μετά από αυτήν, η αρχαιοκαπηλία οργίαζε στην επαναστατημένη χώρα. Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Αυστριακοί, Βαυαροί, Εσθονοί, Δανοί και άλλοι δήθεν φιλέλληνες όργωναν την Ελλάδα και συναγωνίζονταν ποιος από όλους θα κλέψει τα περισσότερα αρχαία και θα τα ξεπουλήσει στην Ευρώπη. H χώρα είχε καταντήσει ξέφραγο αμπέλι. Μπάτε σκύλοι, αλέστε και αλεστικά μη δίνετε. Μέχρι εταιρείες είχαν συστήσει οι άθλιοι αρχαιοκάπηλοι, για τη συγκέντρωση, τη μεταφορά και την πώληση στο εξωτερικό των αρχαίων θησαυρών. Με μπαξίσια και με τη συνεργασία των εδώ προξένων τους, όλος αυτός ο εσμός των… φιλότεχνων Ευρωπαίων, περιόδευε την ελληνική ύπαιθρο και έψαχνε μανιωδώς για αρχαία. Τη δράση αυτών των αλιτήριων πληροφορούμαστε από δεκάδες μαρτυρίες της εποχής.

Μία από αυτές αναφέρεται στο ημερολόγιο που κρατούσε ένας από τους αρχαιοκάπηλους, συνεταίρος σε μια τέτοια εταιρεία, ο Άγγλος αρχιτέκτονας Charles Cockerell.

O τύπος, λοιπόν, αυτός μας περιγράφει κυνικά τον μεταξύ των αρχαιοκαπήλων ανταγωνισμό, για το ποιος θα κλέψει τα περισσότερα και το πώς θα ρίξει τους άλλους. Για το πώς έκαναν τις διάφορες ανασκαφές, πώς εξαγόραζαν την ανοχή Ελλήνων και Τούρκων με δωροδοκίες και πώς κατάφερναν να εξάγουν κρυφά από τη χώρα τούς αρχαιολογικούς θησαυρούς, για να τους πουλήσουν σε διάφορα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα.

Μία τέτοια περίπτωση αφορά αρχαία που συγκεντρώθηκαν από Αθήνα, Αίγινα και τις άλλες πόλεις και χωριά της Αττικής, μεταφέρθηκαν με μουλάρια στη Ναύπακτο και από εκεί με καΐκι στην Πάτρα και στη Ζάκυνθο, που ήταν ο τελικός τους προορισμός τους, μια και η Ζάκυνθος ήταν αγγλική αποικία. Είχε μάλιστα γνωστοποιηθεί, με ανακοινώσεις στον ευρωπαϊκό τύπο και η ημέρα του πλειστηριασμού. Πρώτη Νοεμβρίου 1812. Την όλη επιχείρηση είχε αναλάβει ένας Αυστριακός, ένα ρεμάλι, που αρχικά ήταν πρόξενος της Αγγλίας και τώρα παρίστανε στον Βόλο τον πρόξενο της Αυστρίας. Αυτός ο ελεεινός, ήταν ο αρχηγός της σπείρας των αρχαιοκαπήλων, ζούσε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, μιλούσε καλά τα ελληνικά και έγινε πάμπλουτος από αυτές τις βρομοδουλειές.


Γραφείο Μεταφορών "ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ"


Ev τω μεταξύ ο Cockerell, αφού πίστεψε ότι ασφάλισε τα κλοπιμαία στη Ζάκυνθο, περιμένοντας τα κέρδη του από τον πλειστηριασμό, γύρισε στην Αθήνα για νέες ανασκαφές. Εκεί έλαβε γράμμα από την Αγγλία να αγοράσει για λογαριασμό της αγγλικής βασιλικής αυλής τα μάρμαρα της Αίγινας, και ένα αγγλικό πολεμικό θα ερχόταν για να τα παραλάβει. Αλλά αυτά είχαν κάνει φτερά. Βρίσκονταν στη Ζάκυνθο. Αλλά και στη Ζάκυνθο δεν υπήρχε ασφάλεια. Φοβόταν απόβαση των Γάλλων. Έτσι το αγγλικό πολεμικό τα παρέλαβε από τη Ζάκυνθο και τα μετέφερε στη Μάλτα, όπου τελικά έγινε η δημοπρασία και τα αγόρασαν οι Βαυαροί για 70.000 φιορίνια.»

Σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου του ο Θεόδωρος Δημ. Παναγόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά  την ομολογία κάποιου Γάλλου αββά (θρησκευτικού λειτουργού) ονόματι Michel Fourmont (1690 – 1746).

Michel Fourmont 1690 – 1746

«Αυτός ο καθολικός, διεστραμμένος διαβολόπαππας, μας κουβαλήθηκε εδώ από την Κωνσταντινούπολη, απεσταλμένος του βασιλιά Λουδοβίκου του ΙΕ”, εφοδιασμένος με ειδικό φιρμάνι του σουλτάνου, που του επέτρεπε να ταξιδεύει ελεύθερα σε όλη την Ελλάδα, να κάνει έρευνες και ανασκαφές σε όλη τη χώρα, για να ανακαλύψει αρχαία μνημεία, επιγραφές και βιβλία. Τούτος εδώ ο άθλιος παππάς περιγράφει με επιστολές του, σε φίλους του και στον προϊστάμενό του καρδινάλιο, με αφάνταστα κυνικό τρόπο “τις επιτυχίες” του, που σε κάνουν να βγαίνεις από τα ρούχα σου για τη συμπεριφορά αυτού του “πολιτισμένου βάρβαρου” χιλιάδες φορές χειρότερου και αγριότερου και από τον περιβόητο νεοφώτιστο χριστιανό, αρχηγό των Γότθων Αλάριχο, ο οποίος κατέβηκε στην Ελλάδα, ακολουθούμενος από στίφη μανιασμένων καλογήρων, οι οποίοι δεν άφησαν τίποτε όρθιο, από τα μνημεία των “μυσαρών” “εθνικών”, ειδωλολατρών αρχαίων Ελλήνων.


Οι «σύμμαχοι» μας, φροντίζουν κάθε 50, 100 χρόνια και με κάθε τρόπο να μας υπενθυμίζουν την σχέση μίσους και συμφέροντος που μας δένει


Και τώρα οι περιγραφές του διαβόητου αρχαιοκάπηλου παππά:

«Ψάχνω στα σπίτια, στους στάβλους, στα μαγαζιά, παντού, ακόμη και στα αποχωρητήρια. Κατέβηκα και σε πηγάδια για να ανακαλύψω μάρμαρα με επιγραφές». Αναφέρεται σε έρευνες στην Αθήνα και στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Αφού συγκέντρωσε ότι μπορούσε, αναχωρεί για τον Μοριά. Κάνει ανασκαφές στο Άργος, στις Μυκήνες, στο Ναύπλιο, στην Ερμιόνη και καταχαρούμενος γράφει: «Δεν άφησα βουνό, λόφο, ερείπιο, τον παραμικρό σωρό από πέτρες χωρίς να τον ψάξω». Από το Ναύπλιο στην Κόρινθο και στην αρχαία Σικυώνα, στην ορεινή Κορινθία, στον Φενεό. Έψαχνε μανιωδώς για αρχαίες επιγραφές και βιβλία. Δεν άφησε μοναστήρι που να μην ψάξει. Δεν βρήκε όμως, και γράφει σε κάποιον φίλο του «Τα έκαψαν όλα οι Τούρκοι». Από τον Φενεό κατεβαίνει στη Σπάρτη. Εκεί είναι που οργίασε κυριολεκτικά. Γράφει: «Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμέλιωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία δεν απόμεινε λίθος επί λίθου. Εδώ και έναν μήνα συνεργεία από τριάντα και μερικές φορές από σαράντα ή εξήντα εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν τη Σπάρτη. »0 θόρυβος από την κατεδάφιση των τειχών ακούγεται όχι μόνο στη Λακωνία, αλλά σε ολόκληρο τον Μοριά… To βλέμμα μου έπεσε πάνω σε κτίσματα, κίονες, ανάβαρθρα, ενεπίγραφες πλάκες. Να αφήσω όλα αυτά σε άλλους, θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου. Θα σήμαινε ότι είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές του… Γι’ αυτό μίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα ως τα θεμέλια τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου… H καλή μου τύχη θέλησε να ανακαλύψω επιγραφές για πολλούς φιλοσόφους, ρήτορες στρατηγούς, ποιητές, καλλιτέχνες, ακόμη και διάσημες γυναίκες άγνωστες ως τώρα… Οι επιγραφές αυτές μας πληροφορούν ποιοι αυτοκράτορες ευεργέτησαν την πόλη, ποιοι ιδιώτες έχτισαν ναούς, ποιοι χρηματοδοτούσαν τα δημόσια θεάματα… H ευσέβειά μου δεν έφθασε στο σημείο να αφήσω στη γαλήνη ούτε την τέφρα των βασιλιάδων. Σκόρπισα στον άνεμο την τέφρα του Αγησιλάου… Μπήκα στο τάφο του Λύσανδρου και ανακάλυψα τον τάφο του Ορέστη… Δεν άφησα λίθον επί λίθου. Πρέπει να σας εξομολογηθώ, σεβασμιότατε, ότι βρίσκομαι σ’ ένα παραλήρημα χαράς, που κατόρθωσα να καταστρέψω ολότελα τις ξακουστές αυτές πολιτείες, έτσι όπως γίνεται σε πό­λεμο… Το έκαμα για την Γαλλία, για την Αυτού Εξοχότητα… Αυτό αποτελεί για μένα μια νέα δόξα… Έψαξα να βρώ τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, τον Φλιούντα, τον Φενεό… Είμαι απασχολημένος εδώ και έξι εβδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης… Δεν μου γλίτωσαν ούτε το Άργος ούτε ο Φλιούντας. Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. Βρίσκω κάθε ημέρα θαυμαστά πράγματα. Δεν μετανιώνω. Θα καταστρέψω και άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν… Φαντασθείτε τη χαρά μου. Αλλά θα ήταν μεγαλύτερη αν είχα λίγη άνεση χρόνου. Υπάρχουν ακόμη η Μαντίνεια, η Στύμφαλος, το Παλλάδιον, η Τεγέα και κυρίως η Νεμέα και η Ολυμπία. Θα άξιζε να τις φέρω άνω κάτω από τα θεμέλια ως την κορυφή… Όταν καταστρέψω ολοκληρωτικά τη Σπάρτη και τις Αμύκλες θα πάω στο Ναύπλιο για λίγη ανάπαυση….»

Τα “κλεμμένα” μάρμαρα του Παρθενώνα

Η καταστροφή της Ελλάδας δεν τελείωσε ή μάλλον δεν σταμάτησε ποτέ. Οι «σύμμαχοι» μας, φροντίζουν κάθε 50, 100 χρόνια και με κάθε τρόπο να μας υπενθυμίζουν την σχέση μίσους και συμφέροντος που μας δένει, είτε ρίχνοντας μας στον καιάδα μιας επιτηδευμένης οικονομικής καταστροφής, είτε κλέβοντας τα ιερά μας κειμήλια ή ακόμα και το όνομα μας επειδή εμείς και μόνο εμείς είμαστε ανίκανοι να τους αντισταθούμε.

Σχετικά άρθρα

Πραγματική εκπαίδευση σε πραγματική ζωή

Θανάσης Μουσόπουλος

Η Ελλάδα του 20ού αιώνα | Μια σειρά συζητήσεων από το ΠΙΟΠ

Διαδικτυακό Σεμινάριο | Επιχορηγήσεις ΕΣΠΑ

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X