Sparmatseto
Εικαστικά

Ακαδημαϊσμός και Νεωτερικότητα στην Ελληνική ζωγραφική των αρχών του 20ου αι

Η αναφορά στον ακαδημαϊσμό και τη νεωτερικότητα θα βασιστεί στα έργα:  «Το ψάθινο καπέλο» του Νίκου Λύτρα, «Το χριστουγεννιάτικο δέντρο» του Σπύρου Βικάτου και «Ο σκεπτόμενος» του Γιάννη Τσαρούχη.

 

Περιγραφή και τεχνοτροπικός σχολιασμός των έργων.

Το ψάθινο καπέλο

psathino-kapelo-sparmatseto
Ψάθινο καπέλο, 1925, ελαιογραφία, Εθνική Πινακοθήκη

«Το ψάθινο καπέλο» αποτελεί ένα έργο που ο Νίκος Λύτρας δημιούργησε περίπου το 1925 και σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα.

Στο έργο εμφανίζεται ένα νέος άνδρας με σκουρόχρωμα μαλλιά και καφέ μάτια. Φοράει μια μπλούζα και ένα μεγάλο κίτρινο καπέλο. Βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο μπροστά από ένα μεγάλο άνοιγμα το οποίο είναι βαμμένο λευκό. Από αυτό διακρίνεται ένα φυσικό τοπίο που μάλλον είναι διάφορα  χωράφια. Στο βάθος  υπάρχουν κάποια κτίσματα ίσως σπίτια ή αποθήκες.

Το πρώτο ίσως που παρατηρεί κάποιος είναι η μετωπικότητα που το χαρακτηρίζει. Πράγματι, η μορφή είναι μετωπική με σχεδόν σοβαρή έκφραση. Θα έλεγε κανείς πως είναι σαν να ποζάρει στον ζωγράφο. Το πρόσωπο του άνδρα αποδίδεται λεπτομερώς σε αντίθεση με τα ρούχα του και το καπέλο στα οποία δεν υπάρχουν λεπτομέρειες. Το ίδιο ισχύει και για το τοπίο το οποίο αποδίδεται γενικευτικά. Ο Λύτρας χρησιμοποιεί το χρώμα θέλοντας να δώσει την υλική διάσταση του έργου. Παρατηρούνται πινελιές φαρδιές και ευδιάκριτες, κυρίως στην μπλούζα και τον τοίχο. Επίσης η χρησιμοποίηση λαμπερών χρωμάτων και στο μπροστά επίπεδο και στο πίσω δίνει την εντύπωση πως σχεδόν δεν υπάρχει βάθος. Την εντύπωση αυτή κάνει εντονότερη το γεγονός ότι ο ορίζοντας ανεβαίνει, θα έλεγε κανείς, επίπεδο. Γενικότερα στο συγκεκριμένο έργο παρατηρούνται τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τεχνοτροπίας του Λύτρα.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο

xristougenniatiko-dentro-sparmatseto (1)
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο, λάδι σε μουσαμά, Εθνική Πινακοθήκη

Το «χριστουγεννιάτικο δέντρο» είναι ένα έργο που δημιούργησε ο Σπύρος Βικάτος περίπου το 1930 με 1935 και σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας.

Στο έργο παρατηρεί κανείς τέσσερις ανθρώπους σε εσωτερικό χώρο. Ένας άνδρας μεγάλης ηλικίας, καθισμένος πλάγια, με λευκό μούσι και μαλλιά, που κρατά το μπαστούνι του, είναι ο πρώτος από τα αριστερά. Δίπλα  υπάρχει μια γυναίκα, νεότερης ηλικίας, που φοράει καπέλο και είναι και αυτή καθισμένη. Στην αγκαλιά της κρατάει ένα μωρό που παίζει με μια κούκλα. Τέρμα δεξιά υπάρχει ένα παιδί, μάλλον αγόρι, όρθιο με καφέ σακάκι που περιεργάζεται ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο το οποίο βρίσκεται πάνω σε ένα τραπέζι. Στον τοίχο του δωματίου υπάρχει ένας πίνακας, ενώ διακρίνεται και η βαριά επίπλωση.

Η αφηγηματική διάθεση κυριαρχεί στο έργο ενώ οι φωτισμοί είναι θεατρικοί με έντονες αντιθέσεις σκούρων και έντονων τόνων. Σε αντίθεση με τον Λύτρα η υφή του χρώματος δεν φαίνεται πουθενά. Ο Βικάτος προσπαθεί να κρύψει, θα έλεγε κανείς,  τις πινελιές. Η χρήση του χρώματος γίνεται με τέτοιο τρόπο που δίνει μια ενιαία αρμονική εντύπωση. Οι αναλογίες των σωμάτων και των αντικειμένων είναι ιδιαίτερα προσεγμένες, ενώ η προσπάθεια να αποδοθεί το  βάθος και η τρίτη διάσταση είναι εμφανής. Γενικότερα ο σχεδιασμός είναι λεπτομερειακός και δίνονται πολλές πληροφορίες σχετικά με την εικόνα.

Ο σκεπτόμενος

skeptomenos-tsarouxh-sparmatseto
Ο σκεπτόμενος, 1939, υδατογραφία, ίδρυμα Γ. Τσαρούχη

Η υδατογραφία αυτή  του Γιάννη Τσαρούχη δημιουργήθηκε το 1939. Σήμερα βρίσκεται στο ίδρυμα Γ. Τσαρούχη  στο Μαρούσι.

Σε έναν εσωτερικό χώρο απεικονίζεται μια καθιστή σε καρέκλα ανδρική μορφή, σχετικά νεαρής ηλικίας. Φοράει γαλάζιο με λευκές ρίγες κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Το δεξί του χέρι ακουμπάει στο γόνατο και κρατάει τσιγάρο ενώ το αριστερό στηρίζει το σαγόνι του δίνοντας την εντύπωση πως κάτι σκέπτεται. Δίπλα του σε μια ψηλή ανθοστήλη υπάρχει ένα βάζο με λουλούδια. Το πάτωμα του δωματίου διακοσμείται με γεωμετρικά σχέδια ενώ πίσω από τον άνδρα υπάρχει παράθυρο ή ένας πίνακας ζωγραφικής.

Η απεικόνιση είναι επίπεδη χωρίς να υπάρχει σχεδόν καθόλου βάθος. Κάθε στοιχείο της σύνθεσης βγαίνει μπροστά αφού δεν υπάρχει προοπτική. Οι αναλογίες του άνδρα δεν είναι αρμονικές ενώ υπάρχει αναντιστοιχία και στην κλίμακα του με την κλίμακα του περιβάλλοντος και των λοιπών στοιχείων.  Τα περιγράμματα είναι αδρά και ο τονισμός τους βαρύς. Ο άνδρας παρουσιάζεται μνημειακά χωρίς λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να αποδώσουν ατομικά χαρακτηριστικά. Τέλος όσον αφορά το χρώμα υπάρχει μια αντίθεση ανάμεσα σε θερμούς και ψυχρούς τόνους.

Ακαδημαϊσμός και νεωτερικότητα τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Τα παραπάνω έργα ανήκουν σε δύο διαφορετικά καλλιτεχνικά ρεύματα. Το «χριστουγεννιάτικο δέντρο» του Σπύρου Βικάτου είναι ακαδημαϊκό έργο ενώ «Το ψάθινο καπέλο» και «Ο σκεπτόμενος» είναι νεωτερικά έργα. Με αφορμή αυτήν την διαπίστωση αλλά και τα ίδια τα έργα ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ ακαδημαϊσμού και νεωτερικότητας;

Οι διαφορές των δυο ρευμάτων ξεκινούν από τα θέματα τους. Τα έργα των καλλιτεχνών που είχαν επηρεαστεί από την ακαδημία του Μονάχου έχουν μια αφηγηματική διάθεση, πολλά από αυτά είναι ηθογραφικά και στα περισσότερα υπάρχει μια επιμονή σε πολυχρησιμοποιημένους τύπους. Χαρακτηριστικά που υπάρχουν στον πίνακα του Βικάτου. Σε αντίθεση με αυτά η νεωτερικότητα είχε σαν βασική αρχή την καινοτομία. Καινοτομία τόσο στα θέματα, αφού εγκατέλειψε τα παραδοσιακά, όσο και στους τύπους. Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν στους πίνακες τόσο του Λύτρα με το αγόρι με το καπέλο, όσο και του Τσαρούχη με τον σκεπτόμενο άνδρα.

Παρατηρώντας τα τρία έργα διακρίνονται και διαφορές τόσο στον φωτισμό όσο και στα χρώματα τους. Στο «χριστουγεννιάτικο δέντρο» ο φωτισμός είναι θεατρικός, οι φωτοσκιάσεις απαλές ενώ τα χρώματα παρουσιάζονται όλα σχεδόν στον ίδιο τόνο. Ακριβώς τα αντίθετα από αυτά συμβαίνουν στα άλλα δύο έργα. Ο φωτισμός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί θεατρικός ενώ όσον αφορά το χρώμα προβάλλει τον υλικό του χαρακτήρα. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στο έργο του Λύτρα με τις φαρδιές πινελιές και την υφή του χρώματος κάτι που δείχνει την ιδιοσυστασία του.

Μεγάλες διαφορές παρατηρούνται και όσον αφορά το σχέδιο και την οργάνωση του χώρου στα έργα. Από την μία μεριά βρίσκεται ο ακαδημαϊκός Βικάτος με μια ζυγισμένη σύνθεση με πολλές λεπτομέρειες με προοπτική και φυσιοκρατική απόδοση του χώρου και των μορφών. Από την άλλη οι νεωτεριστές  Λύτρας και Τσαρούχης με επίπεδη απεικόνιση του χώρου, παραμόρφωση, ασυμμετρία και ανατροπή των σχέσεων της κλίμακας. Στοιχεία ιδιαίτερα αντιληπτά στον «σκεπτόμενο».

Τέλος, η αφηγηματική διάθεση των ακαδημαϊκών έργων αποτελεί άλλη μια διαφορά. Στο «χριστουγεννιάτικο δέντρο» υπάρχει μια τέτοια διάθεση να αφηγηθεί ο δημιουργός την όμορφη σκηνή των ανθρώπων μπροστά από το δέντρο. Αντιθέτως στα άλλα δύο έργα δεν υπάρχει καμία απολύτως αφήγηση. Το γεγονός αυτό ήταν αποτέλεσμα της επιδίωξης των νεωτεριστών τα έργα τους να μην εντοπίζονται σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.

Οι διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας και το ιδεολογικό και ιστορικό πλαίσιο

Στο σημείο αυτό θα ήταν λάθος να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η νεωτερικότητα, που πιο πάνω αντιδιαστέλλεται με τον ακαδημαϊσμό, αποτέλεσε ένα ενιαίο ρεύμα χωρίς διαφορετικές εκδοχές. Αντιθέτως, η νεωτερικότητα αποτελούνταν από ένα σύνολο τάσεων που ήρθαν σε ρήξη με τις ακαδημίες. Έχοντας σαν αφετηρία τα έργα του Λύτρα και του Τσαρούχη παρατηρούνται δύο διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας. Από την μια μεριά η  Ελληνοκεντρική νεωτερικότητα από την άλλη η λεγόμενη συνεπής νεωτερικότητα. Το «ψάθινο καπέλο» ανήκει στην δεύτερη ενώ «Ο σκεπτόμενος» στην Ελληνοκεντρική.  Αξίζει όμως να αναλυθούν αυτές οι δύο εκδοχές.

Στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα η ζωγραφική συνδέθηκε με αντί-ακαδημαϊκές μορφές τέχνης, αυτές που καθιέρωσε η νεωτερικότητα. Για κάποιους καλλιτέχνες στην Ελλάδα η στροφή αυτή δεν ερμηνεύτηκε μόνο ως απομάκρυνση από τους κανόνες της ακαδημίας, αλλά απέκτησε βαθύτερη συμβολική σημασία. Θεώρησαν πως πρέπει να αναζητηθούν και να τονισθούν τα στοιχεία εκείνα που έκαναν το έργο τους εθνικά διακριτό, αντιδρώντας με τον τρόπο αυτό στην μεγάλη δυτική επιρροή που υπήρχε στον ακαδημαϊσμό. Τόνισαν, λοιπόν, στοιχεία που συνέδεαν την ελληνική τέχνη με την ιστορική πορεία του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως την σύγχρονη τους εποχή. Η τάση αυτή ονομάστηκε Ελληνοκεντρικός Νεωτερισμός, επειδή εισήγαγε  τα χαρακτηριστικά της μοντέρνας τέχνης στην τεχνοτροπία, αλλά παράλληλα ενσωμάτωνε σε αυτά στοιχεία που ανακαλούν την τέχνη της αρχαιότητας, του Βυζαντίου αλλά και της λαϊκής τέχνης, θέλοντας να αποδώσουν χαρακτηριστικά εντοπιότητας στην αισθητική τους. Ένας από τους καλλιτέχνες που ακολούθησαν την τάση αυτή ήταν και ο Τσαρούχης ο οποίος  στα έργα του ενσωματώνει στοιχεία του παρελθόντος αλλά και στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού.

Από την άλλη μεριά όμως, υπήρξαν και κάποιοι άλλοι καλλιτέχνες, αριθμητικά λιγότεροι από τους Ελληνοκεντρικούς, που αν και θεωρούσαν το έργο τους εξίσου ελληνικό με των τελευταίων, επέλεξαν να μην φορτίσουν το ρεπερτόριό τους με στοιχεία ελληνικότητας. Η μοντέρνα τέχνη, σύμφωνα με αυτούς,  υποβαθμίζει τον ρόλο του θέματος προκειμένου να κατευθύνει την προσοχή του θεατή τόσο στις εκφραστικές αξίες του έργου όσο και στην επεξεργασία της μορφής. Η τάση αυτή ήταν συνεπέστερη από την Ελληνοκεντρική προς τις αισθητικές αξίες της νεωτερικότητας, σύμφωνα με τις οποίες το κάθε έργο διεκδικεί την αυτονομία του από την ιστορικότητα και τον τοπικισμό. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίστηκε ως συνεπής νεωτερικότητα. Ένας από τους κύριους εκπροσώπους της τάσης αυτής, στην Ελλάδα υπήρξε ο δημιουργός του «ψάθινου καπέλου» ο Νίκος Λύτρας.

Ποιες όμως ήταν οι ιστορικές και ιδεολογικές συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίστηκαν αυτές οι δύο εκδοχές της νεωτερικότητας;  Στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ελλάδα συνέχιζε να κυριαρχεί η ακαδημαϊκή παράδοση. Ωστόσο οι συνθήκες που την είχαν εκθρέψει είχαν αρχίσει πλέον να μεταβάλλονται. Η εκβιομηχάνιση και ο έντονος εξαστισμός  είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες για την εμφάνιση της νεωτερικότητας και στην Ελλάδα. Οι συνέπειες των δύο αυτών γεγονότων ανάγκαζαν τις κοινωνίες να προσαρμοστούν γρήγορα στις νέες συνθήκες. Η καλλιτεχνική δημιουργία βρέθηκε μπροστά σε αυτήν την καινοφανή κατάσταση και για να την αντιμετωπίσει χρησιμοποίησε καινοφανείς λύσεις εισάγοντας την νεωτερικότητα. Είχαν περάσει λίγα χρόνια από την ήττα του 1897 και ο Περικλής Γιαννόπουλος δημοσίευσε τις απόψεις του περί ελληνικότητας της τέχνης, σε μια προσπάθεια για ανόρθωση του πληγωμένου εθνικού γοήτρου. Ο Γιαννόπουλος πρέσβευε  μια τέχνη εθνική που θα αντιτάσσονταν τόσο στον, σύγχρονο του, τεχνολογικό πολιτισμό της δύσης όσο και στον ακαδημαϊσμό της σχολής του Μονάχου και την πνευματική υποταγή σε μια μορφή τέχνης που προέρχεται από ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο. Οι απόψεις του γίνονται δεκτές την επαύριον μιας άλλης εθνικής ήττας, την Μικρασιατική καταστροφή, από τους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30. Αυτοί αναζητούσαν την ελληνικότητα με βασικές συνιστώσες τον βυζαντινό πολιτισμό και την λαϊκή τέχνη. Μέσα από αυτές τις ιδεολογικές διεργασίες προέρχονται οι δυο διαφορετικές εκδοχές της νεωτερικότητας που ανιχνεύτηκαν στα έργα του Λύτρα και του Τσαρούχη.

Σχετικά άρθρα

Ζωή σαν έργο τέχνης… το ΚΘΒΕ στο MOMus

Βασίλειος Μακέδος

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Ο μικρός Παναγιώτης

Χρήστος Τυρεκίδης

Μέθοδοι παρατήρησης έργων τέχνης ΙΙ: Η Μέθοδος Perkins

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X