Sparmatseto
Θέατρο

Σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα της Μήδειας με βάση το κείμενο το Ευριπίδη

Η όλη προσέγγιση  θα βασιστεί στην μετάφραση του έργου από τον Γ. Γιατρομανωλάκη  στην οποία θα αντιστοιχούν οι στίχοι που θα αναφέρονται και στις τέσσερεις ρήσεις της Μήδειας.

1η ΡΗΣΗ (στ. 214-266)

Στην πρώτη ρήση η Μήδεια απευθύνεται στις γυναίκες της πόλης, που αποτελούν τον χορό. Στην αρχή (στ. 214-224) διατυπώνει κάποιες γενικές κρίσεις δείχνοντας με τον τρόπο αυτό πόσο καλά γνωρίζει την δυναμική που διέπει την κοινωνική ζωή της πόλης . Λέει ότι βγήκε από το σπίτι για να αποφύγει την μομφή των γυναικών (στ. 214-215) και έπειτα μιλάει για τις πιθανές αιτίες που οδηγούν τους πολίτες να δυσπιστούν εναντίον κάποιου που ουσιαστικά δεν τον γνωρίζουν και ούτε έχει κάνει κακό. Αναφέρει ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στα μάτια του κόσμου (στ. 219) και ότι οι περισσότεροι κρίνουν άδικα, κάνοντας έτσι μια έμμεση αναφορά στην αδικία που η ίδια υφίσταται. Τονίζει μετά ότι χρέος του κάθε ξένου προς την πόλη είναι να συντάσσεται με αυτήν σε όλα και να μην είναι αυθάδης και αλαζόνας (στ. 222-224). Μια ξένη είναι και αυτή, μια ξένη που δεν προκάλεσε την πόλη που την φιλοξενεί.

Αμέσως μετά μιλάει για το πώς νιώθει για το δικό της προσωπικό πρόβλημα. Είναι απελπισμένη και απογοητευμένη. Λέει ότι η ζωή της καταστράφηκε (στ. 226) και ότι πρέπει να απαρνηθεί τις χαρές του βίου και να πεθάνει (στ. 227). Πονάει για αυτό που της συνέβη και εμφανίζεται απαρηγόρητη αλλά και αυτοκαταστροφική, αφού επικαλείται τον δικό της θάνατο. Τονίζει πόσο σημαντικός ήταν για αυτήν ο Ιάσονας και πόσο αυτό έχει αλλάξει αφού τον θεωρεί πια τον χειρότερο όλων των ανδρών (στ. 227-229). Νιώθει προδομένη από τον άντρα της. Ουσιαστικά, τον μισεί. Τα συναισθήματα της για αυτόν έχουν αλλάξει εντελώς.

Αμέσως μετά η Μήδεια εκθέτει την άδικη και υποδεέστερη θέση των γυναικών στην κοινωνία. Στους στίχους 230-251 υπογραμμίζει το πόσο πολύ εξαρτάται η ζωή τους από τους άνδρες, πόσο σημαντικό είναι ο άντρας που θα παντρευτούν να είναι καλός και την έλλειψη διεξόδου αν ο γάμος τους αποτύχει. Με τα λόγια αυτά προσπαθεί να προσεταιριστεί τις γυναίκες του χορού αφού και η Μήδεια αλλά και ο χορός ως γυναίκες υφίστανται όλα αυτά. Ουσιαστικά τις λέει ότι και αυτή είναι αδικημένη όχι μόνο από τον Ιάσονα αλλά και από την ίδια την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Πέρα από αυτό όμως, τα λόγια της φανερώνουν μια σκοπιμότητα, η Μήδεια δεν παρασύρεται από το κακό που την βρήκε, σχεδιάζει προσεκτικά το τι θα πει . Θέλει να πάρει με το μέρος της τις γυναίκες. Χρησιμοποιεί  πρώτο πληθυντικό πρόσωπο στις εκφράσεις της για να τονίσει την αλληλεγγύη που θα πρέπει να δείξουν οι γυναίκες του χορού .

Έπειτα όμως αναφέρεται και πάλι στην ίδια προσωπικά. Λέει ότι η διαφορά της από τις υπόλοιπες γυναίκες είναι ότι αυτή είναι ξένη. Δεν έχει πόλη, δεν έχει σπίτι πατρικό, δεν έχει συγγενείς και φίλους για να την βοηθήσουν (στ. 252-255 και 257). Νιώθει μοναξιά αλλά και ταπεινωμένη από τον άντρα της: «από τον άντρα μου ταπεινωμένη» (στ. 256). Η απελπισία έρχεται να κάνει την κατάσταση ακόμη χειρότερη «δεν έχω λιμάνι στην συμφορά μου αυτή» (στ. 260) τονίζει.

 

Ο Ευριπίδης στη Μήδεια ανατέμνει τον ανθρώπινο ψυχισμό και προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει αντιδράσεις σε οριακές καταστάσεις

 

Η απελπισία της όμως δεν την εμποδίζει να ζητήσει από τις άλλες γυναίκες να σιωπήσουν εάν βρει ένα τρόπο να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Στο σημείο αυτό (στ.259-260) η Μήδεια για πρώτη φορά κάνει λόγο για εκδίκηση. Θέλει να εκδικηθεί τον άντρα που την πρόδωσε, είναι οργισμένη μαζί του και πρέπει να τον κάνει να πληρώσει  «… για τα τόσα εγκλήματα…» του (στ. 261).

Η πρώτη ρήση κλείνει με την Μήδεια να τονίζει ότι οι γυναίκες μπορεί να φοβούνται (στ. 263), να μην έχουν σωματική δύναμη και να αποστρέφονται τα όπλα (στ. 264) αλλά αν αδικηθούν εκδικούνται με «αιμοβόρο» πνεύμα (στ. 265-266). Είναι ένα γεγονός που εκφράζει (σαν γυναίκα που είναι) και την ίδια, και αυτή φοβάται, και αυτή δεν έχει μεγάλη μυϊκή δύναμη αλλά μπορεί να εκδικηθεί την αδικία που της έγινε.

2η ΡΗΣΗ (στ. 364-409)

Η Μήδεια αφού έχει ενημερωθεί για την απόφαση του Κρέοντα να την εξορίσει και αφού έχει λάβει διορία μιας ημέρας, στους πρώτους στίχους της ρήσης  (στ. 364-367) λέει ότι αν και είναι κυκλωμένη από το κακό δεν θα μείνει άπραγη, θα εκδικηθεί. Η οργή της δεν στρέφεται πια μόνο εναντίον του Ιάσονα αλλά και εναντίον του Κρέοντα και της κόρης του. Θέλει να εκδικηθεί τους νεόνυμφους και τους πεθερούς (στ. 366-367).

Έπειτα αναφέρεται στον Κρέοντα. Λέει ότι δεν θα καλόπιανε τον άντρα αυτόν αν δεν προσδοκούσε κάποιο όφελος. Αντιθέτως, ούτε καν θα του μιλούσε ή θα τον άγγιζε (στ. 370). Περιφρονεί τον βασιλιά αλλά και τον υποτιμά τονίζοντας το πόσο μωρός φάνηκε δίνοντάς της την προθεσμία που του ζήτησε (στ. 371 και 373). Πράγματι, ο βασιλιάς θα μπορούσε να ματαιώσει πολύ εύκολα τα σχέδιά της αν την εξόριζε αμέσως και όμως δεν το έκανε (στ. 372).

Αμέσως μετά η Μήδεια φανερώνει την επιδίωξή της. Θέλει να σκοτώσει τον Ιάσονα, την Κρέουσα και τον Κρέοντα. (στ. 374-375), δεν μένει παρά να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει πράξη την επιδίωξη αυτή. Λέει ότι έχει πολλούς τρόπους δράσης καi το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να αποφασίσει πoιόν θα διαλέξει. Με ψυχραιμία αρχίζει και απαριθμεί τους τρόπους  με τους οποίους μπορεί να σκοτώσει αλλά και τα εμπόδια που θα συναντήσει (στ. 378-382). Τονίζει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να συλληφθεί και να γίνει περίγελος στα χέρια των εχθρών της (στ. 383). Τελικά αποφασίζει ότι ο καλύτερος τρόπος θα ήταν το δηλητήριο, εκεί γεννήθηκε πιο επιτήδεια λέει με αυτοπεποίθηση (στ. 384-385).

Υπάρχει όμως άλλο ένα εμπόδιο στα σχέδιά της. Που θα ζητήσει άσυλο μετά τις δολοφονίες; Η αυτοκαταστροφικές τάσεις που είχε στην αρχή δεν υπάρχουν πια, δεν θα πεθάνει και αυτή. Που όμως θα πάει; Δεν μπορεί να βρει λύση στο ερώτημα αυτό. Αποφασίζει να περιμένει μέχρι να βρει καταφύγιο και έπειτα πραγματοποιεί το σχέδιό της.(στ.389-391). Αλλά και αν δεν βρει καταφύγιο το σχέδιό της θα πραγματοποιηθεί. Έχει επιμονή αλλά και τόλμη,  στην χειρότερη περίπτωση λέει ότι θα σκοτώσει και έπειτα ας την σκοτώσουν και αυτήν (στ. 393-394). Τονίζει ότι δεν θα αφήσει κανέναν από τους εχθρούς της ατιμώρητο (στ. 395-400), η οργή και η επιθετικότητά της αυξάνονται, οι άνθρωποι που την πλήγωσαν πρέπει να πεθάνουν με κάθε τίμημα.

Ακολουθούν οι στίχοι 401-407 στους οποίους η Μήδεια απευθύνεται στον εαυτό της ενισχύοντας την ήδη υπάρχουσα αυτοπεποίθηση και την αποφασιστικότητά της. Βέβαια δεν υπάρχει κανένα σημείο πριν από τους στίχους αυτούς που να υπαινίσσεται ότι η Μήδεια διστάζει έστω και λίγο για αυτό που πάει να κάνει. Είναι αποφασισμένη και σίγουρη. Λέει στον εαυτό της ότι πρέπει να δράσει χωρίς οίκτο (στ. 402) και να είναι γενναία (στ. 403) . Αυτάρεσκα αλλά και με μια δόση έπαρσης τονίζει την καταγωγή της από τον Ήλιο (στ. 406). Η ρήση τελειώνει με μια διαπίστωση για την ικανότητα που αυτή, σαν γυναίκα, έχει να μπορεί να κάνει κακό όταν το θελήσει (στ. 409).

3η ΡΗΣΗ (στ. 764-810)

Η τρίτη ρήση αρχίζει τονίζοντας τα αισθήματα χαράς που διακατέχουν την Μήδεια. Βρήκε την λύση στο πρόβλημα που είχε. Θα καταφύγει στην Αθήνα μετά την εκδίκηση της και αυτό την κάνει χαρούμενη και αισιόδοξη. «Στον ωραίο τον δρόμο της νίκης πορεύομαι…» (στ. 765) λέει, «τώρα υπάρχει ελπίδα» (στ. 765) για αυτήν. Την στιγμή που ήταν απελπισμένη εμφανίστηκε η λύση, θα βρει καταφύγιο στην Αθήνα (στ. 771). Η συνάντηση με τον Αιγαία που προηγήθηκε της ρήσης έδειξε στην Μήδεια τι πρέπει να κάνει και πως θα σωθεί η ίδια .

Αμέσως μετά η Μήδεια με ψυχραιμία αναλύει τον λεπτομερή σχεδιασμό της για το πώς ακριβώς θα πάρει την εκδίκηση που ζητάει. Χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά την πονηριά της θα πείσει τον Ιάσονα ότι μετάνιωσε για όσα έλεγε και ότι δέχεται τον γάμο του (στ. 774-779), έπειτα θα του ζητήσει να μείνουν τα παιδιά της στην Κόρινθο και να πάνε στην Κρέουσα τα δώρα που θα την σκοτώσουν καθώς θα είναι δηλητηριασμένα. Το μίσος της για την νέα γυναίκα του άντρα της έχει μεγαλώσει θέλει να πεθάνει με φρικτούς πόνους (στ. 788). Η περιγραφή του σχεδίου σταματά για λίγο με τους στίχους 790-793. Σε αυτούς η Μήδεια θρηνεί για αυτό που θα αποτελέσει την συνέχεια του σχεδίου της. Θέλοντας να εκδικηθεί τον Ιάσονα το μίσος της για αυτόν την οδηγεί στο να σκοτώσει τα παιδιά της για να τον φέρει στην ίδια μοίρα με τον Αιγαία (στ. 793-794), τα παιδιά είναι σημαντικά για τον Ιάσονα για τον λόγο αυτό ο θάνατός τους αποτελεί την καλύτερη εκδίκηση . Νιώθει λύπη αλλά είναι και σκληρή αφού λέει για τα παιδιά της: «Από τα χέρια μου μέσα κανείς δεν τα σώζει» (στ. 793). Είναι γνώστρια της πραγματικότητας και της ανοσιότητας του έργου της: «έχοντας πράξει έργο ανοσιότατο» (στ. 796).

Η Μήδεια συνεχίζει προσπαθώντας να δικαιολογήσει την πράξη αυτή. Λέει στις γυναίκες του χορού πως δεν αντέχει τον περίγελο των εχθρών της (στ. 797) φανερώνοντας έτσι την περηφάνια της. Αλλά και η αποφασιστικότητα της είναι παρούσα: «έτσι να γίνει» λέει (στ. 798). Τονίζει και πάλι πως είναι μια ξένη και περιφρονημένη γυναίκα που η ζωή της έχει καταστραφεί (στ. 798-799). Πιστεύει πια πως ήταν λάθος να φύγει από την πατρίδα της ακλουθώντας τον Ιάσονα (στ. 800-801). Μάλιστα δεν αναφέρεται ονομαστικά σε αυτόν αλλά λέει: «δίνοντας πίστη στα λόγια του Έλληνα» (στ. 801) δείχνοντας πόσο πολύ τον περιφρονεί .  Το εκδικητικό μίσος που αισθάνεται δηλώνεται και πάλι στους στίχους 802-806. Λέει ότι με την βοήθεια των θεών θα εκδικηθεί, ο Ιάσονας δεν θα ξαναδεί τους γιούς του ζωντανούς, αλλά και η νέα του γυναίκα δεν θα γεννήσει ποτέ παιδιά. Η Μήδεια όχι μόνο μισεί αλλά και ζηλεύει  την Κρέουσα και έτσι το μίσος της γίνεται μεγαλύτερο και πιο επιθετικό: «Κακήν κακώς πρέπει κι αυτή να πεθάνει…» (στ. 806).

Η ρήση κλείνει με τέσσερις στίχους (στ. 807-810) στους οποίους η Μήδεια με έπαρση μιλάει για τον χαρακτήρα της. Κανείς δεν πρέπει να την νομίσει ταπεινή, μαλακή ή αδύναμη, αντιθέτως είναι σκληρή με τους εχθρούς της και πιστή στους φίλους της. Τέλος τονίζει ότι σε τέτοιους ανθρώπους αξίζει μια ένδοξη ζωή αφομοιώνοντας έτσι τον ανδρικό κώδικα τιμής που αποζητά την φήμη .

4η ΡΗΣΗ (στ. 1019-1080)

Στην αρχή της τέταρτης ρήσης (στ. 1021-1039) η Μήδεια μιλάει στα παιδιά της με τέτοιο τρόπο σαν να έχει ξεχάσει το σχέδιο της παιδοκτονίας. Την ανακούφιση για το γεγονός ότι τα παιδιά θα παραμείνουν στην Κόρινθο και δεν θα εξοριστούν, την διαδέχεται η μεγάλη της λύπη που δεν θα τα ξαναδεί. Λυπάται που δεν θα τα δει να ευτυχούν (στ. 1025) ούτε να παντρεύονται (στ. 1026). Νιώθει περιφρονημένη και δυστυχισμένη. Χαρακτηρίζει το εαυτό της πολύπαθο (στ. 1028) και δύστυχο (στ. 1032). Η λύπη της και η μοναξιά της γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν συλλογίζεται ότι στα τελευταία χρόνια της ζωής της θα στερηθεί την φροντίδα των παιδιών της (στ. 1032-1036). Η ζωή της από εδώ και πέρα θα είναι ζωή «… λύπης και πόνου…» (στ. 1037).

 

H τραγωδία Μήδεια είναι τραγωδία του πάθους, της σύγκρουσης της λογικής με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης

 

Αμέσως μετά μάλιστα αναθεωρεί εντελώς όλα όσα ήθελε να κάνει. Στους στοίχους 1040-1048 το βλέμμα (στ. 1040) και το «γλυκό» γέλιο (στ. 1041) των παιδιών της την κάνουν να μετανιώσει για το σχέδιο την παιδοκτονίας. «Λύθηκε η καρδιά μου, γυναίκες» (στ. 1042) λέει. Τελικά παίρνει την απόφαση να μην σκοτώσει τα παιδιά της και καταστρώνει ένα νέο σχέδιο να φύγουν από την πόλη μαζί (στ. 1044-1045). Λέει ότι δεν πρέπει ούτε στην ίδια να δώσει και άλλα βάρη σκοτώνοντας τα παιδιά (στ. 1046) αλλά ούτε να λυπήσει τον Ιάσονα (στ. 1045) αφήνοντας να διαφανεί μια μικρή συμπάθεια για αυτόν. «Στο καλό πηγαίνετε σχέδια» (στ. 1048) αναφωνεί.

Αμέσως μετά όμως η Μήδεια αλλάζει και πάλι γνώμη. «… τι μου συμβαίνει;» (στ. 1049) αναρωτιέται. Όχι δεν πρέπει να αφήσει ατιμώρητους τους εχθρούς της και τον εαυτό της να γίνει περίγελος τους (στ. 1049-1050). Λέει ότι ήταν δειλία να σκεφτεί να ματαιώσει τα σχέδια της και μιλά στα παιδιά της με απότομο τρόπο, προστάζοντας τα να μπουν μέσα στο σπίτι (στ. 1051-1054). Τονίζει αποφασιστικά ότι το χέρι της δεν θα δείξει αδυναμία (στ. 1055).

Οι ψυχολογικές μεταπτώσεις της Μήδειας δεν σταματούν. Στους στίχους 1056-1058 απευθύνεται στον εαυτό της και την ψυχή της. «Μην εκτελέσεις ποτέ τέτοιο έργο» (στ.1057), «Άφησε τα παιδιά σου… Λυπήσου τους γιούς σου» λέει στον εαυτό της. Αγωνίζεται να πείσει τον εαυτό της να μην διαπράξει την δολοφονία και σαν επιχείρημα,  λέει ότι θα ευφραίνεται η ψυχή της ακόμη και όταν θα βρίσκεται στην εξορία αν δεν σκοτώσει τα παιδιά (στ. 1058). Στους επόμενους τέσσερις όμως στοίχους αλλάζει και πάλι γνώμη. Η αμφιταλάντευσή της ανάμεσα στα μητρικά της αισθήματα και την επιθυμία της για τιμωρία δεν λέει να σταματήσει. Θα κάνει αυτό που σχεδίασε, όλα θα γίνουν όπως τα είχε σκεφτεί (στ. 1064), εξ’ άλλου ουσιαστικά είναι καλό και για τα ίδια τα παιδιά αφού με αυτόν τον τρόπο δεν θα αφεθούν στα χέρια των εχθρών της να τα ταπεινώσουν (στ. 1060-1061).

Την απόφαση της αυτή την κάνει πιο επιτακτική το γεγονός ότι τα δώρα έφτασαν στην Κρέουσα και επιτέλεσαν τον σκοπό τους (στ. 1065-1066). Πρέπει λοιπόν να διαπράξει την παιδοκτονία μια και μετά από τα γεγονότα τα παιδιά είναι έτσι και αλλιώς χαμένα. Είναι δυστυχισμένη αλλά πεπεισμένη ότι πρέπει να το κάνει, «θα πορευτώ τον πιο δύστυχο δρόμο» (στ. 1067) λέει.

Η απόφασή της είναι ήδη ειλημμένη. Απευθύνεται στα παιδιά της, τα αγκαλιάζει και τα φυλάει (στ. 1069-1072). Εύχεται να είναι ευτυχισμένα και μακάρια εκεί που θα πάνε (στ. 1073). Ξέρει ότι διαπράττει το κακό, γνωρίζει καλά την πραγματικότητα και το μέγεθος του ανοσιουργήματος της. Αντιλαμβάνεται τι κακό θα κάνει (στ. 1078). Είναι όμως πολύ θυμωμένη και ο θυμός της νικά την λογική όπως παραδέχεται στους στίχους 1078-1080. Βλέποντας το κακό προσπαθεί να βρει μια δικαιολογία για να ελαφρύνει την θέση της. Ο Ιάσονας είναι συνυπεύθυνος, η ευθύνη δεν είναι αποκλειστικά δική της, «… τούτη την γη ο δικό σας πατέρας την αφαίρεσε» λέει. Το σχέδιο θα υλοποιηθεί μα δεν είναι η μόνη υπεύθυνη για αυτό που θα γίνει.

Γενικότερα, ο χαρακτήρας της Μήδειας στην Τραγωδία του Ευριπίδη  διαγράφεται σιγά σιγά μέσα από τις τέσσερις ρήσεις και φαίνεται  ότι φθάνει σταδιακά στην απόφαση της παιδοκτονίας. Στην πρώτη θρηνεί για την κατάστασή της και θέλει να εκδικηθεί τον Ιάσονα, χωρίς όμως ακόμη να ξέρει με ποιο τρόπο. Στην δεύτερη ο θυμός της μεγαλώνει και αποφασίζει να σκοτώσει τον Ιάσονα και μαζί του την Κρέουσα και τον Κρέοντα. Βρίσκει μάλιστα και τον τρόπο αλλά δεν ξέρει που θα βρει άσυλο μετά τους φόνους οπότε τα σχέδια μπαίνουν σε αναμονή. Στην τρίτη ρήση η απόφαση έχει παρθεί θα σκοτώσει τα παιδιά της. Λυπάται για αυτό αλλά ο θυμός και η απόγνωση νικούν την λογική. Στην τελευταία ρήση η Μήδεια αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στα μητρικά της αισθήματα και την επιθυμία της για εκδίκηση. Αλλάζει πολλές φορές γνώμη στο τέλος όμως αποφασίζει να προχωρήσει στο σχέδιό της.

Η Μήδεια διακατέχεται από πάθη, αυτός είναι ο χαρακτήρας της. Γενικότερα η τραγωδία Μήδεια είναι τραγωδία του πάθους, της σύγκρουσης της λογικής με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης. Ο Ευριπίδης σε αυτήν ανατέμνει τον ανθρώπινο ψυχισμό και προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει αντιδράσεις σε οριακές καταστάσεις . Αυτό γίνεται φανερό μέσα από τις τέσσερις ρήσεις που μελετήθηκαν και σκιαγραφούν τον χαρακτήρα της Μήδειας.

Σχετικά άρθρα

Φεστιβάλ Φιλίππων: 61 χρόνια προσφοράς στο θέατρο και τον πολιτισμό

Βασίλειος Μακέδος

Όρνιθες του Αριστοφάνη από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας

Βασίλειος Μακέδος

Ο Χορός της Φωτιάς – Μια Παράσταση για τον Πόντο

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X