Sparmatseto
Παιδί

Το παιδί στο έργο του Τάσου Λειβαδίτη

Κεντρικό ρόλο στον ποιητικό ουρανό του Τάσου Λειβαδίτη παίζει το παιδί και η παιδικότητα. Όπως σημειώνει ο μελετητής του Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος «Το ταξίδι αυτό της παιδικής ψυχής είναι το ταξίδι του ίδιου του ποιητή που ποτέ δεν εξαγόρασε τα οράματα του ακόμα και την πανάκριβη εσωτερική ανησυχία του με θέσεις, αξιώματα ή καλλιτεχνική προβολή».

 

Θα ακούσουμε τον ίδιο τον Τάσο Λειβαδίτη:

«…ω, παιδικότητα: αιώνια αμετάφραστη / κι ο θεός που απ’ τις /δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που φοβούνται τη νύχτα / φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν /την ελπίδα στους ναυαγούς».

Hμερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, μια ημερομηνία κι οι άγιοι

σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι, σημειωμένοι μόνο με το

μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους.

Kύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει.

 

Τα παιδιά  καβάλα πηγαινόρχονται απ’ τα γέλια στ’ όνειρο κι απ’ τ’ όνειρο/ξυπνάνε τρομαγμένα ξαφνικά στο μάταιο κόσμο των μεγάλων/και κλαίνε/και κανείς δεν μαντεύει το γιατί” – “Κι ο τρελός της παλιάς συνοικίας – μια νύχτα, θυμάμαι, τον κυνηγούσαν και για να σωθεί κρύφτηκε στο γειτονικό σχολείο, κανείς δεν τον ξανάδε από τότε, τι απέγινε, άγνωστο. Μόνο που απ’ την άλλη μέρα ο δάσκαλος έκανε πάντα λάθος στο μέτρημα κι έβρισκε ένα παιδί περισσότερο” – “…τ’ απογεύματα οι φωνές των παιδιών που παίζουν μοιάζουν μ’ ένα παραμύθι που δε μας το τελείωσαν και γυρίζει και μας αναζητά” – “Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική αγνότητα…”

 

«Όποια πόρτα κι αν ανοίξω, βρίσκομαι στα παιδικά μου χρόνια»

«Πες μου / θυμάσαι που’μαστε κάποτε κι εμείς παιδιά! /Εμείς δεν ήμασταν ποτέ παιδιά, Μπιλ / Ο πατέρας είχε σκοτωθεί στον άλλο πόλεμο / κι  έπρεπε να βοηθήσουμε το σπίτι με τις λίγες δεκάρες που βγάζαμε / πουλώντας καραμέλες στις γωνιές των δρόμων / Α, είναι φοβερό να’ σαι παιδί και να πρέπει να πουλάς καραμέλες / δίχως να μπορείς ν’ αγγίξεις κι εσύ μια / ούτε την πιο μικρή και μισοτριμμένη / Το βράδυ έκρυβες το πρόσωπο στον κόρφο της μητέρας κι  έκλαιγες / Έτσι μεγαλώσαμε».

Καταλήγουμε στο συμπερασματικό στίχο του Λειβαδίτη:

«Όποια πόρτα κι αν ανοίξω, βρίσκομαι στα παιδικά μου χρόνια»

 

 

Όταν, τέλος, κατάλαβαν κι οι άλλοι τι συνέβαινε, έγιναν προσπάθειες να τον μεταπείσουν, ομηρικά οικογενειακά συμβούλια, συσκέψεις ιατρών, ακόμα και οι αρχές της πόλης επενέβησαν, αλλά ο μικρός Λεονάρδος, πιστός στις παραδόσεις των προγόνων μας, αρνήθηκε να μεγαλώσει, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο ένα φαινόμενο που γρήγορα έκανε την πόλη μας κέντρο της γενικής προσοχής – κι έτσι τ’ αγάλματα των ηρών είχαν τώρα περισσότερες επισκέψεις … Παραλείποντας, λοιπόν, τα σκοτεινά ενδιάμεσα της διήγησης, θα αναφερθώ μόνο στο ότι έπρεπε να κλαίμε σιγανά, γιατί ο ιδιοκτήτης μας απαγόρευε τα όνειρα και μόνο το χέρι της άρρωστης, (που σε λίγο θα πέθαινε), διέφευγε την προσοχή του, καμιά φορά, κι άγγιζε ένα μήλο στον κήπο κι ύστερα, όταν φύγαμε, αυτός ο κήπος μας ακολούθησε, έτσι κανείς δεν πέρασε δίπλα μας χωρίς να του αφήσουμε μιαν αλησμόνητη εντύπωση, όπως το βράδυ καθώς ανάβεις τη λάμπα, εκείνη σ’ ευγνωμονεί με τη φωτισμένη σκάλα, ή όπως τόσοι θάνατοι για να συμπληρώσει το κυπαρίσσι το αληθινό του νόημα

Τάσος Λειβαδίτης

Σχετικά άρθρα

“Η Ωραία Ταξιδεμένη” της Κρυσταλλένιας Γαβριηλίδου | Βιβλιοπρόταση

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Είμαι…Πώς βλέπω τον εαυτό μου | Παιδικός Διαγωνισμός από το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

Το κουτί του Σιλάν | Βιβλιοπρόταση

Δήμητρα Πυργελή

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X